Οι δεσμώτες της Αγίας Σκέπης

Το Reporters United βρέθηκε στην Κρήτη και μίλησε με ανθρώπους – κλειδιά της υπόθεσης του γηροκομείου των Χανίων ενώ απέκτησε πρόσβαση και σε έγγραφα από τα οποία προκύπτει πως οι αρχές γνώριζαν από χρόνια τα προβλήματα αλλά αρνούνταν να επέμβουν. Το ρεπορτάζ του Σταύρου Μαλιχούδη στο πλαίσιο ευρύτερης έρευνας του Investigate Europe για τα κερδοσκοπικά παιχνίδια στις πλάτες της τρίτης ηλικίας, σε πανευρωπαϊκή κλίμακα.

Εικονογράφηση: Μαρία Καμαριανάκη. Πηγή φωτογραφίας: agiaskepi.gr
26 Ιουλίου 2021
Οι δεσμώτες της Αγίας Σκέπης
Εικονογράφηση: Μαρία Καμαριανάκη. Πηγή φωτογραφίας: agiaskepi.gr
26 Ιουλίου 2021





Γκρίζος Χρυσός: Κερδοσκοπώντας πάνω στην τρίτη ηλικία

Σε συνεργασία με μέσα ενημέρωσης σε 14 ευρωπαϊκές χώρες, η έρευνα του Investigate Europe σε συνεργασία με το Reporters United και την Εφημερίδα των Συντακτών αποκαλύπτει πώς η πολυεθνική βιομηχανία της φροντίδας ηλικιωμένων, παρά τα δισ. των κρατικών επιδοτήσεων, επιφυλάσσει καταθλιπτικές συνθήκες για τους γέροντες και τις γερόντισεες ενώ ταυτόχρονα στοιβάζει τα κέρδη της σε οφσόρ παραδείσους. Μια έρευνα του Investigate Europe σε συνεργασία με το Reporters United και δημοσιεύσεις σε ΜΜΕ σε 14 ευρωπαϊκές χώρες. Στην Ελλάδα media partner της έρευνας είναι η Εφημερίδα των Συντακτών.

Editing: Χριστόφορος Κάσδαγλης
Η αγγλική εκδοχή δημοσιεύτηκε από το Investigate Europe εδώ και από το Reporters United εδώ. H γαλλική εκδοχή δημοσιεύτηκε από το Mediapart εδώ.

Όταν εκείνο το πρωί, στα τέλη Μαΐου 2020, ο Μανώλης Χουρδάκης είδε τη μητέρα του μέσα στο φέρετρο, ήξερε πως κάτι δεν πάει καλά.

Του φαινόταν πως στο κεφάλι της ηλικιωμένης γυναίκας μπορούσε να διακρίνει σημάδια που έδειχναν να έχουν καλυφθεί με make up. Κι όταν, κατά το έθιμο, τα λουλούδια που είχαν ρίξει νωρίτερα οι πενθούντες αφαιρέθηκαν από το φέρετρο πριν την ταφή, πρόσεξε πως τα χέρια της μητέρας του ήταν τυλιγμένα με επιδέσμους που όταν τους παραμέρισε αποκαλύφθηκαν μώλωπες.

Αυτό του φάνηκε παράξενο. «Κάτι κακό έχει συμβεί στη μητέρα μας», θυμάται να λέει ταραγμένος στον αδερφό του και στους συγγενείς τους. Παρότι τα σημάδια είχαν γίνει αντιληπτά και από τους ίδιους, εκείνοι προσπάθησαν να τον ηρεμήσουν αποδίδοντας την αντίδρασή του στη συναισθηματική ένταση της ημέρας.

Στους μήνες που ακολούθησαν, ο Χουρδάκης προσπάθησε να αφήσει πίσω τον πόνο της απώλειας, την κηδεία, και τις σκέψεις του γι’ αυτήν. Ώσπου σχεδόν ένα χρόνο μετά, στις αρχές Απριλίου 2021, δέχθηκε ένα απρόσμενο τηλεφώνημα από την αστυνομία των Χανίων.

Οι αστυνομικοί ζητούσαν τη συγκατάθεσή του για να πραγματοποιήσουν εκταφή της μητέρας του. Είχαν επώνυμες καταγγελίες, του είπαν, πως η πραγματική αιτία του θανάτου της διέφερε από το καρδιακό επεισόδιο, στο οποίο είχε αποδοθεί επισήμως από τον ιατρό της Μονάδας Φροντίδας Ηλικιωμένων όπου η γυναίκα είχε περάσει το τελευταίο διάστημα της ζωής της.

«Πρόκειται για μια πολύ επίπονη διαδικασία», λέει στο Reporters United ο Χουρδάκης. Αλλά δέχθηκε.

Ο Μανώλης Χουρδάκης έχασε τη μητέρα του| Φωτογραφία: Νεκτάριος Πόγκας

Από τις εξελίξεις που ακολούθησαν την απόφασή του αυτή, δεν φανερώθηκε μόνο ότι η μητέρα του είχε «φύγει» με πολύ πιο επώδυνο τρόπο από ό,τι ο ίδιος έως τότε πίστευε. Αλλά και το πώς η διαχρονική απουσία ουσιαστικού ελεγκτικού μηχανισμού, σε συνδυασμό με τους περιορισμούς πρόσβασης που έφεραν τα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας, μπόρεσαν να μετατρέψουν ένα γηροκομείο σε τόπο θανάτου δεκάδων ευάλωτων ανθρώπων.

Στο πλαίσιο της πανευρωπαϊκής δημοσιογραφικής έρευνας Γκρίζος Χρυσός / Grey Gold του Investigate Europe σε συνεργασία με το Reporters United για τους οίκους ευγηρίας εν μέσω πανδημίας, συναντήσαμε συγγενείς και πρώην εργαζομένους που μετατράπηκαν σε whistleblowers και ανακαλύψαμε έγγραφα που δείχνουν ότι προειδοποιήσεις για όσα επακολούθησαν είχαν δοθεί ― ήδη περισσότερα από δέκα χρόνια πριν.

Αναζητώντας οίκο ευγηρίας στην Κρήτη

Ο Πλάτανος είναι ένα μικρό χωριό στην Κρήτη, πενήντα χιλιόμετρα δυτικά από τα Χανιά. Βρίσκεται πάνω από τη διάσημη παραλία στα Φαλάσαρνα, και ο πληθυσμός του υπολογίζεται σε περίπου 900 κατοίκους: ντόπιους και μετανάστες που εργάζονται στα θερμοκήπια της περιοχής. Ο κεντρικός δρόμος του Πλατάνου διασχίζει χαμηλά σπίτια και λιγοστά μαγαζιά με ξεφτισμένους τοίχους, και το χωριό περιβάλλουν μεγάλες εκτάσεις από ελαιώνες.

Με εξαίρεση λίγα χρόνια στα Χανιά ως μαθητής, και ένα διάστημα σπουδών στο εξωτερικό, ο Μανώλης Χουρδάκης έχει περάσει όλη του τη ζωή σε αυτό το μέρος, που θεωρεί τόπο του.

Οι ντόπιοι γνωρίζουν τον μεσήλικα άνδρα που εργάζεται ως καθηγητής υπολογιστών στη σχολή ναυτικών δοκίμων, και ένα πρωινό του περασμένου Μαΐου, που εκείνος κάθεται απέναντί μας σε ένα τραπεζάκι του φούρνου-καφέ αμέσως μετά την είσοδο του χωριού, όσοι μπαίνουν για να ψωνίσουν κάτι τον χαιρετούν. Αντίστοιχα, γνωρίζουν γιατί δημοσιογράφοι θέλουν να μιλήσουν μαζί του.

Όπως συμβαίνει στις συντριπτικά περισσότερες ελληνικές οικογένειες, όταν η μητέρα του γέρασε, επιθυμία του Χουρδάκη δεν ήταν να εισαχθεί σε γηροκομείο. Αλλά ο ψυχίατρος τον συμβούλευσε πως, λόγω της άνοιας που αντιμετώπιζε, θα ήταν καλύτερο να βρίσκεται κάπου όπου υπάρχει φροντίδα ειδικών. Έτσι, αν και από πλευράς του τρέναρε τη διαδικασία, ξεκίνησε την αναζήτηση.

Ιούλιος 2009: η Διεύθυνση Κοινωνικής Πρόνοιας της Νομαρχίας Χανίων διαπιστώνει πως στην Αγία Σκέπη λειτουργούν δωμάτια ασθενών τα οποία δεν προβλέπονται στην οικοδομική άδεια και πως φιλοξενούνται ασθενείς χωρίς να υπάρχει άδεια πυρασφάλειας.

Επισκέφθηκε όλα τα ιδιωτικά γηροκομεία του νομού, καθώς και δύο μη κερδοσκοπικά, το Δημοτικό Γηροκομείο Χανίων και το Αννουσάκειο της Ιεράς Μητρόπολης Καστελίου, στα οποία οι συνθήκες του φάνηκαν σαφώς καλύτερες, αλλά είχαν χρόνους αναμονής που έφταναν τα δύο χρόνια, στους οποίους άλλωστε ήταν πιθανόν και να μη δέχονταν τη μητέρα του λόγω αδυναμίας να εξυπηρετήσουν άτομα με άνοια.

Η αναζήτησή του δεν έφερνε αποτέλεσμα. Παραδοσιακά οι διαθέσιμες κλίνες στην Κρήτη δεν επαρκούν για τις ανάγκες του νησιού, τη στιγμή που οι ελλείψεις κλινών συνολικά στην Ελλάδα υπολογίζεται πως ξεπερνούν τις 7.000.

Κάποιος μίλησε στον αδερφό του για την Αγία Σκέπη, ένα ιδιωτικό γηροκομείο σε μαγευτική τοποθεσία με θέα λίγο έξω από τα Χανιά, στα οποία ο Χουρδάκης μεταβαίνει καθημερινά καθώς εκεί βρίσκεται η εργασία του.

Έτσι, στα τέλη Ιανουαρίου 2020, ο Χουρδάκης συμφώνησε να μεταφερθεί εκεί η μητέρα του. Αλλά κράτησε το κρεβάτι της στρωμένο, ούτως ώστε να γνωρίζει πως μπορεί να επιστρέψει στο σπίτι ανά πάσα στιγμή.

Εισαγωγή, δικαιολογίες, θάνατος

Ο ίδιος λέει πως η μητέρα του ήταν μια χαρά μέχρι και τη στιγμή της εισαγωγής της στο γηροκομείο. Αναγνώριζε τους δύο γιους της, έπλεκε, και μπορούσε να κινηθεί με λίγη υποστήριξη.

Η κατάσταση της υγείας της, σε συνδυασμό με το υψηλό επίπεδο φροντίδας που του είχαν υποσχεθεί πως θα λάμβανε στην Αγία Σκέπη, έκαναν τον ίδιο να πιστεύει πως η μητέρα του θα μπορούσε να περάσει τα επόμενα τρία-τέσσερα χρόνια της ζωής της ήρεμα και με αξιοπρέπεια.

Έως και τις αρχές Μαρτίου 2020 την επισκεπτόταν τουλάχιστον τρεις με τέσσερις φορές την εβδομάδα μετά τη δουλειά, μπορούσε να καθίσει μαζί της και να δει πώς είναι. Αλλά με το ξέσπασμα της πανδημίας, οι επισκέψεις στο γηροκομείο απαγορεύτηκαν.

Η εκταφή που πραγματοποιήθηκε περίπου ένα χρόνο αργότερα αποκάλυψε πως όταν η γυναίκα πέθανε, έφερε ένα τραύμα πάχους ίσαμε ένα δάχτυλο στο πίσω μέρος του κεφαλιού – ένα τραύμα για το οποίο ο Χουρδάκης ώς τότε δεν ήξερε τίποτα.

Στους περίπου τρεις μήνες που ακολούθησαν, βέβαια, ο ίδιος βρέθηκε και πάλι ορισμένες φορές στο γηροκομείο, προκειμένου να πληρώσει για τη διαμονή της. Έχοντας ενημερώσει τηλεφωνικά από πριν σε αυτές τις περιπτώσεις, ζητούσε να δει τη μητέρα του έστω από απόσταση, μέσα από την τζαμαρία του ισογείου, για να νιώσει κι εκείνη όμορφα, να μη θεωρήσει πως την ξέχασαν. Κάθε φορά βρισκόταν αντιμέτωπος με διαφορετικές δικαιολογίες εξαιτίας των οποίων αυτό δεν ήταν εφικτό: τη μια φορά η μητέρα του έτρωγε, την άλλη κοιμόταν, μια τρίτη την κούρευαν.

Στις 21 Μαΐου 2020, τον κάλεσαν και του είπαν ότι η μητέρα του είχε ουρολοίμωξη, αλλά ο ιατρός τής είχε γράψει αντιβίωση και παρακολουθούσαν την κατάστασή της. Την επομένη του είπαν πως ήταν καλύτερα, πως είχε πέσει ο πυρετός. Και μια μέρα μετά, τον κάλεσαν και του είπαν πως η μητέρα του είχε πεθάνει λόγω καρδιακής ανακοπής.

Η εκταφή που πραγματοποιήθηκε περίπου ένα χρόνο αργότερα αποκάλυψε πως όταν η γυναίκα πέθανε, έφερε ένα τραύμα πάχους ίσαμε ένα δάχτυλο στο πίσω μέρος του κεφαλιού – ένα τραύμα για το οποίο ο Χουρδάκης ώς τότε δεν ήξερε τίποτα, με εξαίρεση τη δικαιολογία ότι το σημάδι στο κεφάλι που είχε καλυφθεί με make up είχε προέλθει από ελαφρύ χτύπημα της γυναίκας στο κάγκελο του κρεβατιού της.

Από μαρτυρίες πρώην εργαζομένων ενημερώθηκε ότι, παρά τις διαβεβαιώσεις που ο ίδιος είχε λάβει για την φροντίδα που η μητέρα του θα λάμβανε στη δομή, δεν της είχαν καν ράψει την πληγή ή παράσχει ιατρική βοήθεια για το χτύπημά της. Αιμορραγούσε για τρεις ημέρες ώσπου πέθανε, χωρίς στο μεσοδιάστημα να διακομιστεί στο νοσοκομείο.

Οι ίδιες μαρτυρίες ανέφεραν ότι τα σημάδια στα χέρια της, που είχαν προκαλέσει την ανησυχία του την ημέρα της κηδείας, οφείλονταν στο ότι η μητέρα του πράγματι βρισκόταν δεμένη στο κρεβάτι της.

Όσο για το ίδιο το «εξειδικευμένο» προσωπικό, στο οποίο συγγενείς σαν κι εκείνον πίστευαν πως είχαν εμπιστευτεί τους δικούς τους; Απλώς δεν υπήρχε.

Από την εστίαση και την οικοδομή στο γηροκομείο

Ο Δημήτρης Μαυρακάκης είναι 27 ετών. Έχει καστανόξανθο μαλλί, τατουάζ στο δεξί μπράτσο, και μιλάει ήρεμα με κρητική προφορά. Ο Μαυρακάκης μεγάλωσε στον Πλατανιά, ένα μικρό παραλιακό χωριό έξω από τα Χανιά, το οποίο κατά βάση συντηρείται από τους Βρετανούς τουρίστες που το επισκέπτονται κατά την καλοκαιρινή σεζόν.

Πέρυσι, στο ξέσπασμα της πανδημίας και όντας χωρίς δουλειά, μια μέρα αναζητούσε εργασία στο Διαδίκτυο όταν έπεσε πάνω σε μια αγγελία για θέσεις εργασίας στην Αγία Σκέπη.

Θυμάται πως αποφάσισε να κάνει αίτηση για δύο λόγους: αφενός στην αγγελία διευκρινιζόταν πως δεν απαιτούνταν κάποια ειδική κατάρτιση ή προϋπηρεσία, και αφετέρου πίστευε πως θα ήταν μια ήρεμη δουλειά, στην οποία θα χρειαζόταν να περνάει χρόνο με τους ηλικιωμένους, να περπατάει μαζί τους και να τους κρατά απασχολημένους.

Πήγε για δοκιμαστικό και προσελήφθη την ίδια ημέρα. Σύντομα, κατάλαβε πως τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς όπως τα είχε φανταστεί.

Ηλικιωμένοι δεσμώτες

Ο Μαυρακάκης είχε συμπληρώσει τρεις ημέρες στη δουλειά, και έως τότε κινούνταν κατά βάση στο ισόγειο, όταν συνειδητοποίησε πως υπήρχαν ασθενείς και στο υπόγειο του γηροκομείου.

Κατάλαβε πως εκεί φιλοξενούνταν οι δυσκολότερες περιπτώσεις, τα «βαριά» περιστατικά: γι’ αυτό και ήταν κάτω, ώστε να μην ακούγονται τυχόν φωνές στους επισκέπτες. Οι ένοικοι στο υπόγειο ήταν πάντοτε δεμένοι.

«Δεν μου πήγαινε να τους δέσω. Γιατί, φαντάσου ότι αυτό το άτομο που δένεις είναι η μητέρα σου ή ο πατέρας σου. Δεν μου στεκόταν καλά, οπότε δεν άντεχα να το κάνω».

Δημήτρης Μαυρακάκης, πρώην νοσηλευτής στην Αγία Σκέπη

Ένας εξ αυτών, λέει ο Μαυρακάκης, παρέμενε δεμένος σε ένα κρεβάτι που είχε τοποθετηθεί στο δωμάτιο των πλυντηρίων.

Σύντομα συνειδητοποίησε πως το να περνάει χρόνο με τους ηλικιωμένους και να τους κρατάει απασχολημένους δεν βρισκόταν στις αρμοδιότητές του, αφού πέραν του ότι και στο ισόγειο ορισμένοι ηλικιωμένοι ήταν δεμένοι στα κρεβάτια τους, υπήρχε αυξημένη χορήγηση ηρεμιστικών.

Ο νοσηλευτής Δημήτρης Μαυρακάκης | Φωτογραφία: Νεκτάριος Πόγκας

Ο Μαυρακάκης, που δεν ήθελε να δέσει κάποιον στο κρεβάτι του, κατέφευγε σε ένα τέχνασμα: παρίστανε πως τους έδενε και ύστερα κάλυπτε τα χέρια τους με την κουβέρτα ή το σεντόνι, ελπίζοντας πως δεν θα τον καταλάβει κανείς.

Αλλά μια φορά τον κατάλαβε η διεύθυνση, τον επέπληξαν, κι αφού είδαν πως δεν συμμορφωνόταν, τους έδεναν οι ίδιοι για να είναι σίγουροι.

«Δεν μου πήγαινε να τους δέσω. Γιατί, φαντάσου ότι αυτό το άτομο που δένεις είναι η μητέρα σου ή ο πατέρας σου. Δεν μου στεκόταν καλά, οπότε δεν άντεχα να το κάνω», εξηγεί ο ίδιος.

Όταν έπιασε δουλειά, στην Αγία Σκέπη βρίσκονταν 55 ένοικοι. Σε μια προσπάθεια εξοικονόμησης κόστους, λέει, η νυχτερινή βάρδια γινόταν πάντα από ένα άτομο. Με μόνο ένα άτομο για 55 ενοίκους σε δύο επίπεδα, το 90% των οποίων ήταν ανοιακοί, ήταν αναπόφευκτο να δένονται στα κρεβάτια τους και λειτουργικοί ηλικιωμένοι.

Μια πετσέτα για πέντε άτομα

Ο Μαυρακάκης εργάστηκε στην Αγία Σκέπη έξι μήνες, από τον Απρίλιο έως και τον Σεπτέμβριο του 2020. Οι συνθήκες που συνάντησε σε αυτό το διάστημα αμφισβητούν ευθέως τις προσεγμένες φωτογραφίες και τα κείμενα στην ιστοσελίδα της Αγίας Σκέπης.

Λέει πως μια πετσέτα χρησιμοποιούνταν για πολλά άτομα. Πως οι μερίδες φαγητού ήταν τόσο ισχνές, που οι ένοικοι ήταν διαρκώς πεινασμένοι. Πως ηλικιωμένοι ξυρίζονταν με το ίδιο ξυραφάκι. Και πως λειτουργικοί άνθρωποι εξαναγκάζονταν να εκκενώνουν σε σακουλάκι. Μια καθαρίστρια εκμεταλλευόταν κάποιον ανοιακό: του υποσχόταν πως θα τον χτενίσει ή θα τον φροντίσει εάν της έπαιρνε καφέ, κι εκείνος της έδινε πάντοτε πενηντάρικο, τα ρέστα από το οποίο εκείνη δεν επέστρεφε ποτέ.

Είχε δει να κακομεταχειρίζονται ηλικιωμένους, πάντοτε όμως μακριά από τα βλέμματα όσων είχαν τα λογικά τους. Και, την περίοδο που στον Χουρδάκη και σε άλλους δεν επιτρεπόταν να επισκεφθούν τους δικούς τους με το πρόσχημα της πανδημίας ή άλλων δικαιολογιών, λέει πως επιτρεπόταν να μπουν από το υπόγειο σε όσους «έδιναν κάτι παραπάνω».

Από τα δέκα άτομα των νοσηλευτών, μόλις δύο είχαν κάποια πιστοποίηση. Άλλοι, όπως εκείνος, προέρχονταν από την εστίαση που λόγω κορονοϊού παρέμενε κλειστή, ενώ άλλοι είχαν απασχοληθεί στην οικοδομή.

Ο ιατρός, για τον οποίο η διεύθυνση είχε βεβαιώσει τον Χουρδάκη πως επισκεπτόταν το γηροκομείο καθημερινά (και τον οποίο ο ίδιος δεν συνάντησε ποτέ στον ενάμιση μήνα τακτικών επισκέψεων), περνούσε από εκεί μόνο μια φορά τη βδομάδα για μία ώρα, προκειμένου να κάνει συνταγογραφήσεις.

Αυτό το «εξειδικευμένο» προσωπικό αμειβόταν με τον βασικό μισθό, ενώ μαρτυρίες που συγκέντρωσαν το Reporters United και το Investigate Europe αναφέρουν πως τα ποσά που κατέβαλλαν οι συγγενείς για τους ανθρώπους τους κυμαίνονταν γύρω στα 1.000 ευρώ, ενίοτε και περισσότερα, ακόμη κι αν συχνά στα αποδεικτικά εμφανίζονταν περίπου τα μισά.

64 θάνατοι μέσα στο 2020

Ο Μαυρακάκης ήταν μπροστά τόσο όταν η μητέρα του Χουρδάκη έπεσε από το κρεβάτι και χτύπησε το κεφάλι της όσο και κατά τη διάρκεια της τηλεφωνικής επικοινωνίας που ακολούθησε ανάμεσα στην ιδιοκτήτρια και την οικογένεια, πριν και αφού η ηλικιωμένη γυναίκα πεθάνει.

Τον πρώτο καιρό δεν του είχε φανεί πως συμβαίνει κάτι περίεργο με τους θανάτους. Για παράδειγμα, στον πρώτο του μήνα στη δουλειά, είχαν σημειωθεί δύο με τρεις.

Ώσπου, λίγο μετά, «έφυγαν» μέσα σε μια εβδομάδα 14 άνθρωποι. Οι συνάδελφοί του ενημέρωναν τον ιατρό του γηροκομείου, αλλά τα πιστοποιητικά θανάτου εκδίδονταν δίχως εκείνος να επισκεφθεί το χώρο για να δει τους νεκρούς και να διαπιστώσει τα αίτια του θανάτου.

Συνολικά, μέσα στο 2020 έχασαν τη ζωή τους τουλάχιστον 64 άνθρωποι. Ένας εξ αυτών ήταν ο πατέρας της Μαρίας Παπαδάκη, δικηγόρου που ζει και εργάζεται στην πόλη των Χανίων. Η κατάσταση του πατέρα της, όπως την περιγράφει στο Reporters United, παρουσιάζει ομοιότητες με την περίπτωση Χουρδάκη.

Η δικηγόρος Μαρία Παπαδάκη άσκησε έγκληση κατά της Αγίας Σκέπης μετά τον θάνατο του πατέρα της | Φωτογραφία: Νεκτάριος Πόγκας

Ο πατέρας της είχε άνοια και, ύστερα από μερικά χρόνια που η μητέρα τους τον φρόντιζε στο σπίτι, αποφάσισαν να τον μεταφέρουν σε γηροκομείο. Μέχρι να μπει στην Αγία Σκέπη, ο πατέρας της ήταν λειτουργικός κι έτρωγε μόνος του.

«Ξεκίνησαν να μου περιγράφουν τα πιο φρικτά πράγματα που έχω ακούσει στη ζωή μου. Στα 16 χρόνια που ασκώ τη δικηγορία έχω χειριστεί μεταξύ άλλων και υποθέσεις ανθρωποκτονιών «aλλά καμία τόσο σκληρή και στυγνή όσο αυτή η υπόθεση».

Μαρία Παπαδάκη

Την επομένη της εισαγωγής του πατέρα της στη μονάδα, η Παπαδάκη τον επισκέφθηκε αλλά λέει πως με κάποιο πρόσχημα την εμπόδισαν να τον δει. Την επομένη τον επισκέφθηκε εκ νέου, και τον βρήκε καθήμενο σε αναπηρικό καροτσάκι, χωρίς επαφή με το περιβάλλον και σε πολύ κακή κατάσταση. Η δικαιολογία της διοίκησης ήταν ότι αυτή η κακή κλινική εικόνα οφειλόταν στο στάδιο προσαρμογής του ανοιακού ασθενή στην ξαφνική αλλαγή περιβάλλοντος.

Την τρίτη ημέρα, η Παπαδάκη επισκέφθηκε και πάλι τον πατέρα της. Τον βρήκε ιδρωμένο, της φάνηκε πως έκαιγε στον πυρετό και πως είχε έλλειψη οξυγόνου. Οι άνθρωποι της δομής τη διαβεβαίωσαν κατηγορηματικά πως ο πατέρας της έχαιρε άκρας υγείας και, ύστερα από δική της απαίτηση, της έδωσαν ένα έγγραφο, το οποίο ανέφερε πως ο πατέρας της είχε 36,1 θερμοκρασία σώματος και 97% επίπεδα οξυγόνου.

Δίχως να έχει πειστεί, η Παπαδάκη κάλεσε ασθενοφόρο. Όταν το ασθενοφόρο ήρθε, επιβεβαιώθηκε ότι η θερμοκρασία του σώματός του ήταν 41 βαθμοί και το οξυγόνο του βρισκόταν στο 82%. Ο πατέρας της τότε εισήχθη στο νοσοκομείο και ενάμιση μήνα αργότερα πέθανε ενώ είχε επιστρέψει στο σπίτι του δίχως να επανέλθει ποτέ στην πρότερη κατάσταση.

«Σε αυτές τις ηλικίες, εάν ένας άνθρωπος 93 χρονών πάρει την κάτω βόλτα είναι πολύ δύσκολο να επανέλθει», λέει η Παπαδάκη. «Προτού εισαχθεί στο γηροκομείο, είχαν περάσει πολλά χρόνια από όταν νοσηλεύθηκε για τελευταία φορά, κι αυτό ήταν για κάταγμα. Ήταν ένας πολύ δυνατός οργανισμός. Είναι βέβαιο πως θα ήταν ζωντανός εάν δεν είχε βρεθεί σε εκείνο το μέρος».

Η δικηγόρος υπέβαλε έγκληση κατά των ιδιοκτητών. Δύο μήνες αργότερα, δύο πρώην εργαζόμενοι της Αγίας Σκέπης, ένας εκ των οποίων ο Μαυρακάκης, επικοινώνησαν μαζί της, θέλοντας να μιλήσουν για το πώς είχαν τα πράγματα στη δομή, με βάση την εμπειρία τους.

«Ξεκίνησαν να μου περιγράφουν τα πιο φρικτά πράγματα που έχω ακούσει στη ζωή μου», λέει στο Reporters United η Παπαδάκη, η οποία στα 16 χρόνια που ασκεί τη δικηγορία έχει χειριστεί μεταξύ άλλων και υποθέσεις ανθρωποκτονιών «αλλά καμία τόσο σκληρή και στυγνή όσο αυτή η υπόθεση».

Λίγο μετά διασταύρωσε τις παραπάνω μαρτυρίες με δύο ακόμη, πρώην εργαζομένων της Αγίας Σκέπης. Συνειδητοποίησε ότι η περίπτωση του πατέρα της ήταν μόνο η κορυφή του παγόβουνου, και υπέβαλε μια ευρύτερη έγκληση για τους θανάτους στη μονάδα, η οποία και άνοιξε τον ασκό του Αιόλου.

Μυστήριο με την άδεια του γηροκομείου και τον γιατρό

Την άνοιξη του 2021, με αφορμή τη δεύτερη έγκληση της Παπαδάκη, αποκαλύφθηκε ότι η αστυνομία διερευνά τους θανάτους που είχαν σημειωθεί κατά τους τελευταίους δεκαπέντε μήνες στην Αγία Σκέπη. Σημειώθηκαν τότε δύο γεγονότα που παρουσιάζουν ενδιαφέρον.

Η ιδιοκτήτρια της μονάδας […] συνεχίζει να φιλοξενεί παράνομα ηλικιωμένα άτομα σε μη εγκεκριμένους από την αρμόδια επιτροπή χώρους […], χωρίς να της έχει χορηγηθεί από τον νόμο η προβλεπόμενη άδεια και παρά τις επανειλημμένες προφορικές και έγγραφες συστάσεις μας δεν απομακρύνει τους ηλικιωμένους με τη βοήθεια των συγγενών τους»

2010, απόσπασμα από απόφαση του Νομάρχη Χανίων Γρηγόρη Αρχοντάκη

Το πρώτο είναι πως, υπερασπιζόμενη τη θέση της πως τίποτα το μεμπτό δεν είχε συμβεί στη δομή κατά τα προηγούμενα χρόνια, η διοίκηση της Αγίας Σκέπης υποστήριξε ότι από το 2009, όταν και τέθηκε σε λειτουργία το γηροκομείο, έχουν φιλοξενηθεί εκεί περισσότερα από 1.500 άτομα. Τον περασμένο Μάιο, το Reporters United επικοινώνησε με τη διοίκηση προκειμένου να οριστεί μια δια ζώσης συνέντευξη, αλλά έλαβε αρνητική απάντηση.

Το δεύτερο αφορά τη θέση που πήρε η Αντιπεριφέρεια Χανίων, στην οποία υπάγεται το γηροκομείο, υποστηρίζοντας επίσης πως τίποτα το μεμπτό δεν είχε σημειωθεί σε βάρος του στο παρελθόν.

Η Παπαδάκη υποστηρίζει ότι ο αριθμός των 1.500 ατόμων που παρουσιάζονται να έχουν διαμείνει στη δομή φαντάζει είτε εξωπραγματικός είτε παραδοχή ότι η δομή φιλοξενούσε περισσότερα άτομα από ό,τι επέτρεπε η άδειά της, δεδομένου ότι από το 2011 έως και το τέλος του 2019 η άδεια της Αγίας Σκέπης ήταν για έως 16 άτομα (μόνο τρία εκ των οποίων επιτρεπόταν να είναι μη αυτοεξυπηρετούμενα) – ενώ από το 2009 έως το 2011, με βάση έγγραφα που είδε το Reporters United, δεν είχε καν άδεια λειτουργίας.

Αφετέρου, έγγραφα της ίδιας της Αντιπεριφέρειας Κρήτης δείχνουν ότι η δομή είχε απασχολήσει στο παρελθόν τις αρχές. Σε ελέγχους που έχουν γίνει, στην Αγία Σκέπη έχουν καταγραφεί από λειτουργία δίχως άδεια, έως πολεοδομικές ή υγειονομικές παραβάσεις, και παραβάσεις σε ζητήματα ασφαλείας (π.χ. πυροπροστασία).

Ενδεικτικό είναι ότι σε σχετική έκθεση, ύστερα από την πραγματοποίηση αυτοψίας στη δομή, καταγράφονται συνολικά 28 παραβάσεις, ανάμεσα στις οποίες η ύπαρξη τουλάχιστον μιας ή δύο κλινών παραπάνω σε κάθε δωμάτιο από ότι προβλέπεται, η μετατροπή του κοιτώνα του προσωπικού σε χώρο φιλοξενίας ηλικιωμένων και του λουτρού των ασθενών σε αποθηκευτικό χώρο, η πλήρης απουσία των προβλεπόμενων μπαρών στήριξης σε σκάλες και δωμάτια, αλλά και η κατασκευή κτιριακών υποδομών δίχως να υπάρχει σχετική άδεια.

Στις 3 Μαΐου 2010, ο νομάρχης Χανίων Γρηγόρης Αρχοντάκης αποφάσισε την διακοπή λειτουργίας της Αγίας Σκέπης, αναφέροντας ότι «η ιδιοκτήτρια της μονάδας εξακολουθεί να μη διαμορφώνει τους χώρους σύμφωνα με τα αρχικά αρχιτεκτονικά σχέδια της άδειας οικοδομής που είχαν εγκριθεί και συνεχίζει να φιλοξενεί παράνομα ηλικιωμένα άτομα σε μη εγκεκριμένους από την αρμόδια επιτροπή χώρους, χωρίς βεβαίωση πιστοποιητικού πυροπροστασίας από την πυροσβεστική υπηρεσία, χωρίς να της έχει χορηγηθεί από τον νόμο η προβλεπόμενη άδεια και παρά τις επανειλημμένες προφορικές και έγγραφες συστάσεις μας δεν απομακρύνει τους ηλικιωμένους με τη βοήθεια των συγγενών τους».

Όπως προκύπτει από τα έγγραφα, τους μήνες που ακολούθησαν έγινε από τις αρμόδιες υπηρεσίες προσπάθεια υλοποίησης της σχετικής απόφασης.

Σε έγγραφο που στέλνει στις 28 Δεκεμβρίου 2010 η τότε Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Χανίων στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, με το οποίο ζητείται η συνδρομή του εισαγγελέα για το σφράγισμα της μονάδας, διαπιστώνεται ότι η ιδιοκτήτρια «όχι μόνο δεν υλοποίησε τις υποδείξεις της αρμόδιας επιτροπής» (να απομακρύνει τους ανθρώπους που φιλοξενούνταν παράνομα, και να διαμορφώσει τους χώρους σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά σχέδια), αλλά «αντιθέτως αύξησε τον αριθμό των ηλικιωμένων που φιλοξενούνταν».

Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται πως η εντολή για εκκένωση δεν είχε καταστεί δυνατό να υλοποιηθεί, γιατί η ιδιοκτήτρια «αρνούνταν να δώσει τα στοιχεία επικοινωνίας των συγγενών».

Σημειώνεται πως από τα τέλη του 2019 η άδεια της Αγίας Σκέπης επιτρέπει την φιλοξενία 46 ατόμων, αλλά όταν στις 22 Μαρτίου 2021 πραγματοποιήθηκε έλεγχος στη δομή, βρέθηκαν να ζουν σε αυτήν 56 άνθρωποι. Πολλοί εξ αυτών βρέθηκαν κλειδωμένοι στο υπόγειο, και στο σύνολό τους επιτηρούμενοι από έναν υπάλληλο.

Ερωτηματικά δημιουργούνται και για τον ιατρό που εμφανίζεται να συνεργάζεται με τη δομή από το 2009 έως σήμερα. Όλα τα πιστοποιητικά θανάτου φέρουν την υπογραφή του, και σε συντριπτική πλειοψηφία μέχρι και την άσκηση έρευνας εις βάρος της δομής, αναφέρουν ως αιτία θανάτου την καρδιακή ανακοπή.

Η Παπαδάκη υποστηρίζει ότι οι σχετικές εγκύκλιοι συνιστούν να αποφεύγεται να γράφεται απλώς καρδιακή ανακοπή στα πιστοποιητικά θανάτου: πρόκειται για το αποτέλεσμα, ενώ ζητούμενο είναι το τι την προκάλεσε.

Τρία έγγραφα από το 2010: Πώς η Αγία Σκέπη συνέχισε να λειτουργεί παρά τις συνεχείς απαγορευτικές αποφάσεις της Νομαρχίας

3.5.2010: ο Νομάρχης Χανίων Γρηγόρης Αρχοντάκης υπογράφει την απόφαση διακοπής της λειτουργίας της Αγίας Σκέπης.
17.5.2010: ο Νομάρχης επιβάλλει πρόστιμο στη Μονάδα Φροντίδας Ηλικιωμένων επειδή εξακολουθεί να λειτουργεί «χωρίς άδεια» και «παρά την απαγορευτική απόφαση».
28.12.2010: Ζητείται η συνδρομή εισαγγελέα για τη σφράγιση της επιχείρησης «καθώς υπάρχει πρόβλημα ασφάλειας των διαμενόντων στις εγκαταστάσεις». Όσο για την ιδιοκτήτρια της Αγίας Σκέπης, αρνείται να δώσει τα στοιχεία των συγγενών προκειμένου η υπηρεσία «να απομακρύνει τους ηλικιωμένους με τη βοήθειά τους».

Τουλάχιστον ένα στα πέντε γηροκομεία χωρίς άδεια

Πώς μπορεί να λειτουργεί ένας οίκος ευγηρίας δίχως άδεια; Η απάντηση βρίσκεται στο πόσο εκτός ελέγχου έχει βρεθεί, παραδοσιακά, ο ευρύτερος κλάδος των γηροκομείων στην Ελλάδα.
Τα περισσότερα από τα ιδιωτικά είναι μικρού μεγέθους, οικογενειακά, και εκτιμάται πως τουλάχιστον ένα στα πέντε λειτουργούν χωρίς άδεια.

«Δυστυχώς, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του ελληνικού συστήματος είναι τα παράνομα σπίτια φροντίδας», είπε ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Μονάδων Φροντίδας Ηλικιωμένων (ΠΕΜΦΗ), Στέλιος Προσαλίκας.

«Κι όταν κάποιος δημιουργεί ένα παράνομο γηροκομείο, το κράτος δεν έχει τη δυνατότητα να το κλείσει, γιατί δεν έχει πουθενά να μεταφέρει αυτούς τους ανθρώπους. Το οποίο είναι πολύ ντροπιαστικό».

«Έχεις τον άνθρωπό σου και κάνεις το καλύτερο, θες να του ανταποδώσεις την αγάπη, να κλείσει τον κύκλο του όσο καλύτερα γίνεται, με αξιοπρέπεια. Και αντιλαμβάνεσαι ότι είχες αφήσει τον άνθρωπό σου σε θηρία»

Μανώλης Χουρδάκης

Κάποια γηροκομεία λειτουργούν χωρίς να υποβάλλουν ποτέ αίτηση για άδεια, κρυμμένα πίσω από άλλες ονομασίες ή παραμένοντας αόρατα για τις αρχές. Η λειτουργία των γηροκομείων που δεν πληρούν τις προδιαγραφές διευκολύνεται και από τη νομοθεσία, καθώς το 2007 ψηφίστηκε νόμος που έδινε παράταση ενός έτους στα μη αδειοδοτημένα σπίτια φροντίδας για να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις για την άδεια λειτουργίας τους.

Όμως, η παράταση αυτή ανανεώνεται κάθε χρόνο έκτοτε φτάνοντας στο σήμερα, επιτρέποντας σε δεκάδες οίκους ευγηρίας σε όλη τη χώρα να λειτουργούν χωρίς άδεια.

«Νιώθω πως αφήσαμε τους ανθρώπους μας σε θηρία»

Στις 18 Ιουνίου 2021, η Αντιπεριφέρεια Χανίων ανακάλεσε, δίχως να αναφέρεται το γιατί στα έγγραφα που είδε το Reporters United, τις άδειες εργασίας δύο νοσηλευτών που αποτελούν βασικούς μάρτυρες κατηγορίας κατά της Αγίας Σκέπης.

Απευθυνθήκαμε στην Αντιπεριφέρεια Χανίων ζητώντας να πληροφορηθούμε το γιατί. Ρωτήσαμε επίσης την Αντιπεριφέρεια γιατί είχε υποστηρίξει πως το γηροκομείο δεν την είχε απασχολήσει στο παρελθόν αφού έγγραφα του ίδιου του φορέα αποδείκνυαν το αντίθετο. Έως και τη δημοσίευση του ρεπορτάζ, δεν λάβαμε απάντηση.

Πίσω στον Πλάτανο, ο Χουρδάκης επιθυμεί να λάμψει η αλήθεια. Έχασε την κόρη του πριν από δεκαπέντε χρόνια και λέει πως γνωρίζει τι θα πει πόνος, αλλά αυτό που βιώνει τις τελευταίες εβδομάδες, από όταν έμαθε τι είχε συμβεί στην μητέρα του και όσα υπέμεναν οι υπόλοιποι ένοικοι του οίκου ευγηρίας, δεν μπορεί να τον αφήσει να ηρεμήσει.

«Έχεις τον άνθρωπό σου και κάνεις το καλύτερο, θες να του ανταποδώσεις την αγάπη, να κλείσει τον κύκλο του όσο καλύτερα γίνεται, με αξιοπρέπεια. Και αντιλαμβάνεσαι ότι είχες αφήσει τον άνθρωπό σου σε θηρία», λέει. «Γι’ αυτό θα το πάμε μέχρι τέλους».

Η Παπαδάκη είναι επίσης αποφασισμένη να κυνηγήσει μέχρι τέλους την ιστορία. «Δεν φοβάμαι, γιατί νιώθω πως είναι μαζί μας οι εκατοντάδες ψυχές των ανθρώπων που υπέφεραν».

Την ημέρα του Μαΐου που τον συναντήσαμε, ο Δημήτρης Μαυρακάκης παρέμενε άνεργος σε αναζήτηση δουλειάς. Είχε πάνω του δώδεκα ευρώ, τα μοναδικά του χρήματα μέχρι να βρει κάτι. Είχε κανονίσει να εργαστεί και πάλι σε ένα ξενοδοχείο, αλλά η αβεβαιότητα του κορονοϊού και οι μειωμένες αφίξεις Βρετανών στο νησί διαρκώς καθυστερούσαν το πότε θα μπορούσε να ξεκινήσει δουλειά.

Ο Μαυρακάκης επισημαίνει πως από τότε που μίλησε για όσα συνέβαιναν στην Αγία Σκέπη, έχει δεχθεί κάποια τηλεφωνήματα με απειλές πως δεν θα ξαναβρεί δουλειά, και απειλές κατά της ζωής του. Κι εκείνος όμως θέλει να αποδοθεί δικαιοσύνη.

«Πιστεύω πως, αν όχι σε όλα, τα ίδια πράγματα θα συμβαίνουν σε αρκετά γηροκομεία. Οπότε ελπίζω να υπάρξει δικαιοσύνη, μήπως βάλουν κι άλλοι μυαλό ώστε να έχουμε ένα καλύτερο αύριο». «Όχι για εμάς αλλά για τους παππούδες,που πρέπει να τους φροντίζουμε, να έχουν μια καλή μεταχείριση. Όχι σαν κι αυτή που είχαν εκεί».

Αφήστε μια απάντηση