Editing: Χριστόφορος Κάσδαγλης
Στην έρευνα Rearming Europe (Επανεξοπλίζοντας την Ευρώπη), υπό τον συντονισμό του Investigate Europe, συμμετέχουν τα μέσα Il Fatto Quotidiano (Ιταλία), Partizán (Ουγγαρία), Público (Ισπανία), ARTE (Γαλλία-Γερμανία), RTP (Πορτογαλία) και Reporters United (Ελλάδα).
Παρακολουθώντας την εκτίναξη των κερδών της ευρωπαϊκής πολεμικής βιομηχανίας, θα υπέθετε κανείς ότι ο πακτωλός χρημάτων που σκορπούν οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι για όπλα θα δώσει στην Ευρώπη τις δικές της αυτόνομες αμυντικές δυνατότητες. Κι όμως, σε πολλούς καίριους τομείς η εξάρτηση από τις ΗΠΑ όχι μόνο παραμένει, αλλά αυξάνεται. Επιπλέον, προστίθεται και η νέα εξάρτηση από το Ισραήλ.
Η έρευνα του Reporters United και του Investigate Europe εξέτασε τις τεράστιες ευρωπαϊκές αμυντικές δαπάνες και κατέληξε ότι πρόκειται για μια μαύρη τρύπα. Οι προβλεπόμενες δαπάνες 1,2 τρισ. ευρώ ώς το 2030 όχι μόνο αφαιρούν κονδύλια από καίριους τομείς όπως η παιδεία και η υγεία, αποσταθεροποιώντας πολιτικά την Ευρώπη, αλλά δεν πετυχαίνουν καν τον στενό στόχο που έχουν θέσει.
Τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας:
- Τεράστιες δαπάνες γίνονται χωρίς δημοκρατικό έλεγχο.
- Οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες όπλων αυξάνουν τα κέρδη τους και την παραγωγή τους, αλλά αυτό δεν οδηγεί στο να επικρατήσουν ευρωπαϊκές εναλλακτικές λύσεις στην προμήθεια εξοπλιστικών.
- Πολύ σημαντικό ποσοστό των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών (από 30% έως 60%, ανάλογα με τον τρόπο υπολογισμού ανά έτος) οδεύουν προς αμερικανικές πολεμικές βιομηχανίες και εταιρείες υψηλής τεχνολογίας.
- Από το 2022, οκτώ στις 10 προμήθειες συστημάτων αεράμυνας στην Ευρώπη ανατέθηκαν σε αμερικανικές και ισραηλινές εταιρείες.
- Οι πωλήσεις αμερικανικών όπλων στην Ευρώπη μέσω του προγράμματος Foreign Military Sales έχουν εξαπλασιαστεί, φτάνοντας την περίοδο 2017-2025, κατά μέσο όρο, τα 40,7 δισ. δολάρια ετησίως, αντί του μέσου όρου των 6 δισ. δολαρίων ετησίως τα προηγούμενα εννέα χρόνια.
- Οι ΗΠΑ διαθέτουν μια σειρά από εργαλεία με τα οποία μπορούν να αχρηστεύσουν ανά πάσα στιγμή το αμερικανικής προέλευσης οπλοστάσιο.
- Η Ευρώπη εισήγαγε το 2025 σχεδόν τρεις φορές περισσότερα ισραηλινά όπλα σε σχέση με το 2020. Οι χώρες με τις μεγαλύτερες προμήθειες είναι η Γερμανία, η Ελλάδα, η Φινλανδία, η Σερβία, η Ρουμανία, η Τσεχία και η Σλοβακία.
- Η πραγματική εξάρτηση είναι μεγαλύτερη και κρύβεται σε συμπαραγωγές και προμήθειες από θυγατρικές ισραηλινών εταιρειών στην Ευρώπη, όπως η Intracom Defense στην Ελλάδα.
- Συμφέρει τις αμερικανικές και τις ισραηλινές βιομηχανίες να εμπεδωθεί στην Ευρώπη η αίσθηση του κατεπείγοντος.
Η Μαρί-Άγκνες Στρακ-Τσίμερμαν (Marie-Agnes Strack-Zimmermann) είναι Γερμανίδα ευρωβουλεύτρια των Φιλελευθέρων και ένθερμη υπέρμαχος του επανεξοπλισμού της Ευρώπης. Τη συναντάμε στο ευρωκοινοβούλιο και τη ρωτάμε αν η εκτίναξη των αμυντικών δαπανών πετυχαίνει τον αντίθετο από τον δεδηλωμένο στόχο της. Αν δηλαδή, αντί να προσφέρει σταθερότητα και ασφάλεια, κλονίζει σε τέτοιο βαθμό τις κοινωνίες μας ώστε να φέρει στην εξουσία ακροδεξιά κόμματα.
Η Στρακ-Τσίμερμαν υποστηρίζει ότι ο επανεξοπλισμός είναι επιθυμητός από τους Ευρωπαίους πολίτες. «Αν δεν έχεις ασφάλεια, δεν έχει σημασία τίποτ’ άλλο», λέει η ίδια.
Το πόσα όπλα διαθέτει κανείς δεν ταυτίζεται με το πόσο ασφαλής είναι, αλλά δεν μπαίνουμε σ’ αυτή τη συζήτηση. Αποφασίζουμε να ερευνήσουμε τι είδους ασφάλεια προσφέρουν τα οπλικά συστήματα που έχει αγοράσει η Ευρώπη ώς τώρα.
Εστιάζουμε στην αεράμυνα, γιατί βλέπουμε ότι εκεί κρίνονται οι σύγχρονοι πόλεμοι. Κοιτάζουμε τις 10 μεγαλύτερες συμφωνίες που υπογράφηκαν για συστήματα αεράμυνας στην Ευρώπη μετά το 2022: οι οκτώ αφορούν συστήματα είτε αμερικανικά είτε ισραηλινά. Ανάμεσά τους και η Ασπίδα του Αχιλλέα, το ισραηλινό σύστημα που παρήγγειλε τον περασμένο Αύγουστο η κυβέρνηση Μητσοτάκη έναντι 3 δισ. ευρώ. Αυτή είναι η ευρωπαϊκή αμυντική χειραφέτηση;
Η τεχνολογία αυξάνει την εξάρτηση
Την ώρα που οι δηλώσεις περί ευρωπαϊκής αυτονομίας δίνουν και παίρνουν, οι πωλήσεις αμερικανικών όπλων στην Ευρώπη μέσω του προγράμματος Foreign Military Sales έχουν εξαπλασιαστεί, φτάνοντας την περίοδο 2017-2025, κατά μέσο όρο, τα 40,7 δισ. δολάρια ετησίως, αντί του μέσου όρου των 6 δισ. δολαρίων ετησίως τα προηγούμενα εννέα χρόνια.
«Θα διασφαλίσουμε το πλεονέκτημα της δικής μας αμυντικής βιομηχανίας».
Στρατηγική Εθνικής Άμυνας, υπουργείο Άμυνας ΗΠΑ, Νοέμβριος 2025
Ήταν γνωστό ότι οι όροι των συμβολαίων ανάμεσα στην κυβέρνηση των ΗΠΑ, που αγοράζει πολεμικό υλικό από αμερικανικές επιχειρήσεις, και στις ξένες κυβερνήσεις, στις οποίες τα μεταπωλεί, ήταν καταχρηστικοί. Την περασμένη εβδομάδα ήρθε κι η επιβεβαίωση. Σύμφωνα με τη γερμανική εφημερίδα Die Zeit, που κατόρθωσε να αποκτήσει πρόσβαση σε ένα τέτοιο συμβόλαιο, η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει δικαίωμα να αλλάξει μονομερώς τους όρους χωρίς κάποια ποινή, η Γερμανία προπληρώνει, δεν υπάρχει κάποια δέσμευση για έγκαιρη παράδοση του οπλισμού, καμία δυνατότητα διαπραγμάτευσης των όρων, ενώ οποιαδήποτε αύξηση του κόστους προκύψει, θα βαρύνει τον αγοραστή. (Μοιάζει εξαιρετικά περίεργο, έως απίθανο, να επιβάλλουν οι ΗΠΑ τους όρους αυτούς μόνο στη Γερμανία.)
Παρόλα αυτά, τα καρνέ παραγγελιών των αμερικανικών εταιρειών ξεχειλίζουν. Η εξάρτηση προεκτείνεται στο μέλλον, με τις ευρωπαϊκές χώρες να έχουν παραγγείλει πάνω από 400 αεροσκάφη F-35, τα οποία είναι επί της ουσίας ιπτάμενοι υπολογιστές που λειτουργούν μόνο με μόνιμη αμερικανική συνδρομή.
Οι συζητήσεις για το αν υπάρχει kill switch, δηλαδή διακόπτης που μπορεί να θέσει τα αεροσκάφη εκτός λειτουργίας, είναι μόνο μία παράμετρος, εφόσον υπάρχει πληθώρα τρόπων με τους οποίους οι κατασκευαστές μπορούν να καθηλώνουν τα αεροσκάφη: οι συνεχείς ενημερώσεις του λογισμικού, η πρόσβαση στη βάση δεδομένων των αντιπάλων ραντάρ, η διαθεσιμότητα ανταλλακτικών και συντήρησης.
Συνολικά, όπως έδειξε κι η ελληνική διαμάχη για τον πηγαίο κώδικα των ισραηλινών αντιπυραυλικών συστημάτων (που φυσικά δεν θα είναι διαθέσιμος στους αγοραστές, παρά τους ισχυρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης), όσο πιο υψηλής τεχνολογίας είναι το προϊόν, τόσο μεγαλύτερες οι δυνατότητες του κατασκευαστή να το ελέγχει μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου.

«Φυσικά υπάρχει ο κίνδυνος ο κάτοχος της τεχνολογίας να κλείσει τον διακόπτη», λέει ο Πίτερ Βέζεμαν (Pieter Wezeman), ερευνητής του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνών για την Ειρήνη (SIPRI), με έδρα τη Στοκχόλμη. «Αλλά αν δεν έχεις δική σου τεχνολογία, παίρνεις το ρίσκο».
Όποιος βιάζεται, εξαρτάται
Ένα σημαντικό εργαλείο που εδραιώνει την κυριαρχία των αμερικανικών εταιρειών και παράλληλα βοηθάει την αλματώδη διείσδυση των ισραηλινών είναι η αίσθηση του κατεπείγοντος – η απαίτηση της αμερικανικής κυβέρνησης για αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών εδώ και τώρα. Το πώς θα γίνει αυτό περιγράφεται στην αμερικανική Στρατηγική Εθνικής Άμυνας του Νοεμβρίου του 2025, με την οποία η κυβέρνηση Τραμπ περιέγραψε πώς θα ξημερώσει «μια νέα χρυσή εποχή για την Αμερική». Σύμφωνα με το έγγραφο, ο επανεξοπλισμός της Ευρώπης πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός των ορίων της παγκόσμιας αμυντικής στρατηγικής των ΗΠΑ και «θα διασφαλίσει το πλεονέκτημα της δικής μας [αμερικανικής] αμυντικής βιομηχανίας».

Η Ευρώπη συνεχίζει να υπακούει, κάποιες φορές με κωμικό τρόπο (βλέπε τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ να αποκαλεί τον Τραμπ «μπαμπάκα»), και δεν βάζει όλες τις δυνάμεις της στη δημιουργία ευρωπαϊκών εναλλακτικών γιατί, σύμφωνα με τον Πίτερ Βέζεμαν, η απόφαση για στενή διασύνδεση με την Αμερική «αποτελεί στρατηγική επιλογή». Αντιθέτως, η Ευρώπη «δεν χρειάζεται το Ισραήλ καθεαυτό, χρειάζεται συγκεκριμένη στρατιωτική τεχνολογία και τη χρειάζεται τώρα».
Το Ισραήλ, η Ισπανία και η Φινλανδία
Οι εξαγωγές οπλικών συστημάτων από το Ισραήλ «δημιουργούν παρόμοιες εξαρτήσεις για την Ευρώπη όπως αυτές των αμερικανικών όπλων», λέει ο ιδρυτής του Κέντρου Στρατηγικών Μελετών της Χάγης Ρομπ ντε Βάικ (Rob de Wijk). «Απλώς δεν τις έχουμε μελετήσει ακόμα».
Με βάση τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Άμυνας του Ισραήλ, οι εξαγωγές ισραηλινών οπλικών συστημάτων στην Ευρώπη ανήλθαν το 2025 στα 6 δισ. ευρώ, ελαφρά μειωμένες σε σχέση με το 2024, που ήταν 7,3 δισ. ευρώ, αλλά δραματικά αυξημένες σε σχέση με τα 2,3 δισ. ευρώ του 2020. Την πενταετία 2020-2025, το ποσοστό του Ισραήλ στις εισαγωγές όπλων της Ευρώπης διπλασιάστηκε φτάνοντας το 7,7% επί του συνόλου των εισαγωγών. Το νούμερο δεν είναι μεγάλο, αλλά το γεγονός ότι οι εισαγωγές αφορούν καίριους τομείς (αεράμυνα, επικοινωνίες, συλλογή στρατιωτικών πληροφοριών) δημιουργεί σημαντικές εξαρτήσεις.
Σε κάποιες χώρες, όπως την Ισπανία, η κυβέρνηση απαγόρευσε με διάταγμα τις εισαγωγές από το Ισραήλ, διαμαρτυρόμενη για τον πόλεμο και τη γενοκτονία στη Γάζα (κάποια συμβόλαια ωστόσο συνεχίζουν να ισχύουν). Σε άλλες, όπως τη Δανία, τα συμβόλαια δεν έγιναν ποτέ. Η Δανία είναι μέχρι στιγμής η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που αποφάσισε να μην αγοράσει ούτε τα ισραηλινά ούτε τα αμερικανικά συστήματα αεράμυνας και προτίμησε το γαλλοϊταλικό SAMP-T.
Μια από τις χώρες που επέλεξαν ισραηλινά συστήματα υπό το κράτος του φόβου που προξένησε ο πόλεμος στην Ουκρανία ήταν η Φινλανδία, η οποία αγόρασε συστήματα αξίας 1 δισ. ευρώ. «Υπήρξαν αρκετά μεγάλες πολιτικές αντιδράσεις», λέει ο ερευνητής του Ινστιτούτου ΤΑPRI, με έδρα το Τάμπερε, Κάρι Παασόνεν (Kari Paasonen).
Προκειμένου να αποφύγει την αντίδραση της κοινής γνώμης, η κυβέρνηση της Φινλανδίας παρέτεινε μυστικά την αμυντική συνεργασία με το Ισραήλ για 10 χρόνια. Παραδοσιακά οι αντιδράσεις προέρχονταν από τα αριστερά του πολιτικού φάσματος, «αλλά αυτό έχει αλλάξει, είχαμε δηλώσεις και από το συντηρητικό κόμμα ότι η Φινλανδία πρέπει να σταματήσει να αγοράζει όπλα από το Ισραήλ», δηλώνει ο Φινλανδός ερευνητής.
Η εξάρτηση δεν φαίνεται από το τι αγοράζει μια χώρα σε μια δεδομένη χρονιά, αλλά από το τι διαθέτει ήδη στο οπλοστάσιό της. Άρα, οι φινλανδικές δημοσκοπήσεις που βρίσκουν λίγο πάνω από το 50% του πληθυσμού να θέλει να σταματήσει τις αγορές όπλων από το Ισραήλ έρχονται μάλλον καθυστερημένα.
Αντιστοίχως, σύμφωνα με τον Πίτερ Βέζεμαν, για την Ιταλία, που έχει αγοράσει και λειτουργεί ισραηλινά κατασκοπευτικά αεροσκάφη υψηλής τεχνολογίας, η απόφαση να αποστασιοποιηθεί θα είχε πολύ μεγαλύτερο κόστος. Έτσι η ιταλική κυβέρνηση αρκείται σε συμβολικές ενέργειες, όπως η μη ανανέωση του μνημονίου αμυντικής συνεργασίας με το Ισραήλ από την Ιταλίδα πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι. (Στην Ιταλία ακυρώθηκε και η συμφωνία για προμήθεια ισραηλινής κατασκευής συστήματος anti-drone από το αεροδρόμιο της Ρώμης, αλλά αυτό έγινε με δικαστική απόφαση.)
Η Γερμανία έχει αγοράσει ισραηλινά συστήματα διπλάσιας αξίας από τα ελληνικά, ενώ η ισραηλινή Rafael θα παράγει οχήματα και εξαρτήματα για τον ισραηλινό «θόλο» στο εργοστάσιο της Volkswagen στο Όσναμπρικ, το οποίο μόλις αγοράστηκε από ισραηλινό επενδυτικό σχήμα.
Οι ανησυχίες για τη σύνδεση προμήθειας οπλικών συστημάτων και πολιτικής επιρροής του Ισραήλ απασχολούν τη δημόσια συζήτηση και στη Φινλανδία. Σύμφωνα με τον κ. Παασόνεν, υπάρχουν ερωτήματα για το αν «η εξάρτηση περιορίζει το πόσο μπορεί η Φινλανδία να επικρίνει το Ισραήλ».

Δειλές προσπάθειες
Παρόλα αυτά, η Ευρώπη κάνει κάποιες προσπάθειες να στηρίξει τη δική της βιομηχανία. Στα χρηματοδοτικά πακέτα για την αμυντική βιομηχανία υπάρχουν πλέον διάφοροι όροι για ελάχιστη συμμετοχή ευρωπαϊκών εταιρειών. Οι πιέσεις της αμερικανικής κυβέρνησης προκειμένου να αποδυναμωθούν οι δικλείδες αυτές είναι ισχυρές, προϋπήρχαν της κυβέρνησης Τραμπ και όλα δείχνουν ότι θα συνεχιστούν και μετά απ’ αυτήν.
Ταυτόχρονα, τόσο οι αμερικανικές όσο και οι ισραηλινές εταιρείες προσαρμόζονται στη νέα εποχή, ιδρύοντας θυγατρικές και συμμετέχοντας σε κοινοπραξίες στην Ευρώπη. «Αν πληρούμε όλους τους όρους για να θεωρηθούμε ευρωπαϊκή εταιρεία, τότε είμαστε ευρωπαϊκή εταιρεία», μας λέει στέλεχος αμερικανικού κολοσσού από τη βιομηχανία όπλων, ο οποίος είναι τόσο ευρωπαϊκός όσο και το Γκραν Κάνυον.
Έτσι, χρήματα που στόχευαν στη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης ενισχύουν τελικά ισραηλινές εταιρείες, όπως την πρώην ελληνική Intracom Defense, η οποία είναι πλέον 100% θυγατρική της ισραηλινής βιομηχανίας Israel Aerospace Industries (ΙΑΙ). Όπως έχουν αποκαλύψει το Reporters United και το Investigate Europe, μέσω της θυγατρικής αυτής η κρατική ισραηλινή εταιρεία λαμβάνει κονδύλια του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας (EDF).
Αντιστοίχως, στην Ελλάδα η κρατική ισραηλινή Rafael θα λάβει κονδύλια από το ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό πρόγραμμα SAFE, μέσα από τις προμήθειες των αντιαρματικών Eurospike που κατασκευάζει σε συνεργασία με τις γερμανικές Diehl Defense και Rheinmetall.
Το αντεπιχείρημα είναι γνωστό: Η μεταφορά γραμμών παραγωγής σε ευρωπαϊκό έδαφος είναι ίσως μια ευκαιρία να αποκτήσει η Ευρώπη τεχνογνωσία και εκπαιδευμένο προσωπικό. «Κάποιες χώρες έτσι έστησαν τη δική τους αυτόνομη πολεμική βιομηχανία. Παράδειγμα η Κίνα, που κατασκεύαζε στο έδαφός της ρωσικά όπλα», λέει ο κ. Βέζεμαν.
Όμως, αμερικανικές συμπαραγωγές υπάρχουν σε ευρωπαϊκό έδαφος εδώ και δεκαετίες, χωρίς να έχουν οδηγήσει σε καμία ευρωπαϊκή αυτονόμηση.
Ο επανεξοπλισμός της Ευρώπης αποφασίστηκε και προχωράει χωρίς δημοκρατική συζήτηση. Οι δαπάνες για την άμυνα είναι πολύ περισσότερες από αυτές που θα απαιτούνταν αν επρόκειτο μόνο για την άμυνα της Ουκρανίας. Ερήμην των πολιτών της η Ευρώπη ετοιμάζεται για πόλεμο. «Ήταν συνειδητή απόφαση για να αποκλείσουν τη δημοκρατική συζήτηση και τη διαφάνεια», μας λέει ο Βέλγος ευρωβουλευτής της Αριστεράς Μαρκ Μποτέγκα (Marc Botenga). «Δεν είναι διαφανές πόσα χρήματα δίνονται πού και για ποιο σκοπό. Όλα γίνονται πίσω από κλειστές πόρτες, ανάμεσα στις κυβερνήσεις και τις βιομηχανίες όπλων».