Η εμφάνιση του πρώτου κρούσματος αφθώδους πυρετού στις 13 Μαρτίου 2026, στο ορεινό χωριό της Πελόπης, αποτέλεσε τη θρυαλλίδα για την ανατροπή όσων ήταν γνωστά στη δομή της κτηνοτροφίας της Λέσβου εδώ και τρεις δεκαετίες. Την Κυριακή 15 Μαρτίου η Διεύθυνση Κτηνιατρικής του νησιού είναι βέβαιη πως έχει εντοπιστεί κρούσμα της νόσου, παρότι αυτό δεν έχει ακόμα επιβεβαιωθεί εργαστηριακά. Αμέσως μπαίνουν σε εφαρμογή τα μέτρα καραντίνας για το νησί, τα οποία είναι εξαιρετικά αυστηρά. Ουσιαστικά όλο το νησί αντιμετωπίζεται ως ύποπτο για τη νόσο, απαγορεύονται οι εξαγωγές τυροκομικών, γαλακτοκομικών και ζωικών προϊόντων (βλέπε αρνιά και κατσίκια), ενώ σταματά η λειτουργία των σφαγείων. Ακόμη και οι ταξιδιώτες που μεταφέρουν στις αποσκευές τους μικρές συσκευασίες με λαδοτύρι, φέτα και άλλα προϊόντα υποχρεώνονται να τις αφήσουν στον έλεγχο αποσκευών.
Οι παραπάνω αποφάσεις θεωρούνται ιδιαίτερα αυστηρές, ωστόσο έχουν μια λογική εξήγηση. Οι τοπικές και κεντρικές αρχές είχαν αποτύχει να κάνουν τα αυτονόητα. Η Κτηνιατρική Υπηρεσία της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου πραγματοποιούσε ελέγχους από τον Αύγουστο του 2025 για τη νόσο στο νησί, αλλά δεν κατάφερε να την εντοπίσει. Το εργαστήριο αναφοράς που έκανε έλεγχο στο πρώτο κρούσμα ανακοίνωσε πως η προσβολή των πρώτων βοοειδών είχε γίνει δύο μήνες νωρίτερα, στις 15 Ιανουαρίου. Το πρώτο κρούσμα αφθώδους πυρετού στις απέναντι τουρκικές ακτές είχε ανακοινωθεί στις 23 Μαΐου 2025. Παρότι η νόσος χαρακτηρίζεται από πολύ υψηλή μεταδοτικότητα, δεν έγινε τίποτα για την προστασία των κοπαδιών της Λέσβου.
Διαβάστε εδώ το σχετικό ρεπορτάζ μας με τίτλο: «Λέσβος, ο παφλασμός των προβάτων: Ταφές μέσα στο υπόγειο νερό».
Απ’ την άλλη πλευρά το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, στα μέσα του περασμένου Μαρτίου, βαρυνόταν από την αποτυχία να αντιμετωπίσει την ευλογιά των προβάτων με αποτελεσματικό τρόπο. Μια αποτυχία στη διαχείριση και του αφθώδους πυρετού θα ήταν καταστροφική. Έτσι αποφασίζεται η εφαρμογή καραντίνας στο νησί, χωρίς όμως ποτέ να εκπονηθεί ένα σχέδιο για την αντιμετώπιση της νόσου.
Όλα τα παραπάνω έχουν μια ενιαία βάση, τη δραματικά μεγάλη έλλειψη κτηνιάτρων τόσο στις περιφερειακές υπηρεσίες όσο και στις υπηρεσίες του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης. Από το 2024 ώς τώρα η χώρα έχει αντιμετωπίσει τρεις επιζωοτίες, την ευλογιά των προβάτων, την πανώλη και τον αφθώδη πυρετό. Παράλληλα, στη λεκάνη της Μεσογείου και σε άλλες γειτονικές χώρες ενδημούν εξίσου σημαντικά νοσήματα, όπως η γρίπη των πτηνών, η οζώδης δερματίτιδα και ο καταρροϊκός πυρετός. Κι όμως, οι κτηνιατρικές υπηρεσίες της χώρας δεν στελεχώθηκαν με προσωπικό. Δεν εκπονήθηκαν σχέδια ενεργητικής υγειονομικής επιτήρησης και δεν εφαρμόστηκαν προγράμματα μόνιμης επιτήρησης των κοπαδιών στις περιοχές υψηλού κινδύνου (βλέπε, μεταξύ άλλων, Λέσβο και Έβρο).
Η εφαρμογή ατομικών μέτρων βιοασφάλειας από τους κτηνοτρόφους αναδεικνύεται από την κυβέρνηση ως η λυδία λίθος για την αντιμετώπιση του αφθώδους πυρετού. Φυσικά μαζί με τις μαζικές θανατώσεις ζώων, που μεταφέρονται και θάβονται όπως-όπως, και στην ουσία όλη αυτή η διαδικασία αντί να σταματά τη διάδοση της νόσου γίνεται αιτία ακόμη μεγαλύτερης εξάπλωσής της. Καθηγητές πανεπιστημίου, γενετιστές, ο Πανελλήνιος Κτηνιατρικός Σύλλογος και σειρά άλλων φορέων τονίζουν πως η διαχείριση του αφθώδους πυρετού στη Λέσβο είναι λανθασμένη και καταστροφική, αλλά οι θανατώσεις ζώων δεν σταματούν. Ο κίνδυνος ολικής εξαφάνισης του προβάτου της φυλής Λέσβου γίνεται μέρα με τη μέρα μεγαλύτερος. Κάτι που, αν συμβεί, θα είναι καταστροφικό για όλη τη χώρα. Η εξέλιξη αυτή θα σημάνει τεράστια κέρδη για τους εμπόρους γενετικά βελτιωμένων φυλών προβάτων.
Σχεδόν 70 ημέρες μετά την εμφάνιση του πρώτου κρούσματος στη Λέσβο είναι φανερό πως εκατοντάδες κτηνοτρόφοι καταστρέφονται οριστικά. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν θα μπορέσουν ποτέ να επανασυστήσουν τα κοπάδια τους. Μαζί τους καταστρέφονται και μια σειρά από μικρές τυροκομικές μονάδες και γαλακτοκομικοί συνεταιρισμοί του νησιού.
Μεγάλες τυροκομικές επιχειρήσεις της χώρας αντιμετωπίζουν την κρίση του αφθώδους πυρετού στη Λέσβο ως ευκαιρία προκειμένου να πάρουν υπό τον έλεγχό τους την παραγωγή γάλακτος του νησιού, η οποία φθάνει έως το 7% της πανελλαδικής παραγωγής πρόβειου γάλακτος.