Η Motor Oil είναι η τρίτη μεγαλύτερη προμηθεύτρια καυσίμων του αμερικανικού στρατού στον κόσμο!

Δεν είναι απλώς μια ελληνική εταιρεία που παρεμπιπτόντως προμηθεύει με πετρέλαιο τη βάση της Σούδας. Η Motor Oil του ομίλου Βαρδινογιάννη προμηθεύει με καύσιμα 43 στρατιωτικές βάσεις του στρατού των ΗΠΑ – από τη Γερμανία ώς τον Ινδικό ωκεανό κι από τη Μέση Ανατολή ώς την Ανταρκτική – κάποιες απ’ αυτές με ρόλο στον πόλεμο του Ιράν. Για το 2025 οι ανάθεσεις της φτάνουν τα 600 εκατ. δολάρια, τοποθετώντας την στην τρίτη θέση της παγκόσμιας κατάταξης. Χωρίς απάντηση από τη Motor Oil τα ερωτήματα του Reporters United.

Εικονογράφηση: Τζοάννα Πουπάκη / Spoovio
Η Motor Oil είναι η τρίτη μεγαλύτερη προμηθεύτρια καυσίμων του αμερικανικού στρατού στον κόσμο!
Εικονογράφηση: Τζοάννα Πουπάκη / Spoovio

Data: Κωνσταντίνα Μαλτεπιώτη, Χρήστος Γιοράν
Web app: Spoovio

Στις 28 Φεβρουαρίου 2026 οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εξαπέλυσαν επιθέσεις στο Ιράν, σηματοδοτώντας την έναρξη ενός πολέμου που μετρά ήδη χιλιάδες βομβαρδισμούς, χιλιάδες νεκρούς και κατά μεγάλη πιθανότητα μια παγκόσμια ενεργειακή κρίση. 

Δεκάδες αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις λειτουργούν ως κόμβοι υποστήριξης των επιχειρήσεων των ΗΠΑ και του Ισραήλ.

Στην Ελλάδα υπάρχει η βάση ανεφοδιασμού των ΗΠΑ στον κόλπο της Σούδας, όμως το Reporters United αποκαλύπτει ένα ακόμη κρίσιμο σημείο που εξυπηρετεί αθόρυβα τις ανάγκες του αμερικανικού στρατού εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες: περίπου 400 χιλιόμετρα βορειοδυτικά, στον Κορινθιακό Κόλπο, τα διυλιστήρια της Motor Oil στους Αγίους Θεοδώρους τροφοδοτούν με καύσιμα τις στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ σε όλον τον κόσμο.

Στηρίξτε την ανεξάρτητη δημοσιογραφία του Reporters United εδώ.

Πρόκειται για μια νόμιμη πρακτική που εν πολλοίς εξηγείται και από τη γεωπολιτική ένταξη της Ελλάδας στη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ και τη συμμετοχή της Αθήνας στο ΝΑΤΟ υπό την ηγεσία της Ουάσινγκτον.

Και πού είναι η είδηση ή το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον σε ένα τέτοιο ρεπορτάζ; Στην έκταση και το βάθος της συνεργασίας του ομίλου Βαρδινογιάννη με την αμερικανική κυβέρνηση (και ειδικότερα τον αμερικανικό στρατό) – τόσο διαχρονικά (2005 – 2025) όσο και το τελευταίο έτος (2025). 

Συλλέγοντας, αναλύοντας και χαρτογραφώντας δεδομένα από ανοιχτές πηγές (κυρίως τις βάσεις δεδομένων της αμερικανικής κυβέρνησης), το Reporters United τεκμηριώνει τα εξής επτά ευρήματα – ευρήματα αδημοσίευτα ώς τώρα. Μάλιστα το έκτο από αυτά θέτει ένα ζήτημα που αφορά την ποιότητα της ενημέρωσης στη χώρα μας και το πρόβλημα της (μη) ανεξαρτησίας των ΜΜΕ:

  • Από το 2005 ώς το 2025 στον όμιλο Motor Oil έχουν ανατεθεί συμβάσεις ύψους 6,7 δισ. δολαρίων από το υπουργείο Άμυνας (μετονομασμένο από τον πρόεδρο Τραμπ σε υπουργείο Πολέμου) των ΗΠΑ.
  • Η Motor Oil κατατάσσεται έκτη στον κόσμο σε βάθος εικοσαετίας, αλλά τρίτη σε ό,τι αφορά την πιο πρόσφατη χρονιά αναθέσεων (2025).
  • Η Motor Oil προμηθεύει με στρατιωτικά καύσιμα 43 στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ σε όλον τον κόσμο, από τη Γερμανία (Ράμσταϊν) ώς τον Ινδικό ωκεανό (Ντιέγκο Γκαρσία) και από τη Μέση Ανατολή ώς την Ανταρκτική.
  • Τα καύσιμα που προμηθεύει η Motor Oil στον αμερικανικό στρατό δεν αφορούν απλή τροφοδοσία εγκαταστάσεων ή οχήματα προσωπικού. Το 26% των αναθέσεων αφορά την προμήθεια καυσίμων (τύπου AN-8, JA-1, JP-5, JP-8) για μαχητικά αεροσκάφη, μεταγωγικά και αεροπλανοφόρα.
  • Βάσεις τις οποίες προμηθεύει η Motor Oil παίζουν σημαντικό ρόλο στην επίθεση των ΗΠΑ κατά του Ιράν ή έχουν ήδη αποτελέσει στόχο του Ιράν στο πλαίσιο των αντιποίνων του. 
  • Ο όμιλος Βαρδινογιάννη ελέγχει δύο από τους πέντε ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς της χώρας (Star και Alpha). Με άλλα λόγια, το κοινό ενημερώνεται για τον πόλεμο από κανάλια που ανήκουν σε όμιλο που παίρνει δισεκατομμύρια δολάρια από το υπουργείο Πολέμου της χώρας που κάνει τον πόλεμο. 
  • Εκτός από τη Motor Oil, προμηθεύτρια του αμερικανικού στρατού μέχρι και σήμερα είναι και η Helleniq Energy (πρώην ΕΛΠΕ, συμφερόντων Λάτση και Δημοσίου), αλλά με πολύ μικρότερες αναθέσεις, συνολικού ύψους 12,6 εκατ. δολαρίων μέσα στην εικοσαετία.

Διαβάστε τη μεθοδολογία του ρεπορτάζ μας εδώ.

Motor Oil: Έκτη προμηθεύτρια του αμερικανικού στρατού παγκοσμίως

Συλλέξαμε στοιχεία από τη βάση δεδομένων USAspending.gov. Αντίστοιχα με το ελληνικό ΚΗΜΔΗΣ, το USAspending είναι η επίσημη ηλεκτρονική πλατφόρμα διαφάνειας των δημόσιων δαπανών των ΗΠΑ. Εκεί παρουσιάζονται όλες οι συμβάσεις, οι αναθέσεις, τα δάνεια, οι επιχορηγήσεις και οι χρηματοδοτήσεις των αμερικανικών δημόσιων φορέων. Ανάμεσά τους και οι συμβάσεις του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας για προμήθειες στρατιωτικών καυσίμων με εταιρείες από όλο τον κόσμο.

Ανάμεσα σε τουλάχιστον 1.200 εταιρείες και ομίλους εταιρειών που συμμετέχουν σε συμβάσεις με το DLA Energy, την υπηρεσία που είναι υπεύθυνη για την προμήθεια, αποθήκευση και διανομή καυσίμων για τον αμερικανικό στρατό, βρίσκεται και ο όμιλος Motor Oil Hellas και οι θυγατρικές του (Motor Oil Hellas Corinth Refineries SA, Avinoil SA, Seka Bunkering Station SA, Sekavin SA) συμφερόντων της οικογένειας Βαρδινογιάννη. Το εντυπωσιακό δεν είναι απλώς ότι ανήκει σε αυτές τις εταιρείες, αλλά ότι συγκαταλέγεται ανάμεσα στις 10 μεγαλύτερες προμηθεύτριες στρατιωτικών καυσίμων του αμερικανικού στρατού παγκοσμίως.

Τα διυλιστήρια της Motor Oil στους Αγίους Θεοδώρους. Πηγή: Motor Oil Hellas

Συγκεκριμένα ο όμιλος Motor Oil βρίσκεται στην έκτη θέση της παγκόσμιας κατάταξης, με συμβάσεις συνολικής αξίας περίπου 6,7 δισ. δολαρίων για αεροπορικά και ναυτικά καύσιμα, πετρέλαιο ντίζελ, βενζίνη και άλλων προϊόντων πετρελαίου από το 2005 έως το 2025.

Μάλιστα, αν λάβουμε υπόψη μόνο τις αναθέσεις που ξεκίνησαν το 2025, ο όμιλος Motor Oil είναι ο τρίτος μεγαλύτερος προμηθευτής στρατιωτικών καυσίμων στον αμερικανικό στρατό διεθνώς, με συνολική αξία αναθέσεων περίπου 600 εκατ. δολάρια. Οι μοναδικές εταιρείες που ξεπερνούν τη Motor Oil σε παγκόσμιο επίπεδο είναι οι δύο αμερικανικές Valero Energy και Phillips 66.

Ο όμιλος Βαρδινογιάννη είναι, αν όχι ο μεγαλύτερος, ένας από τους μεγαλύτερους επιχειρηματικούς ομίλους της χώρας με δραστηριότητες στην ενέργεια (διυλιστήρια Motor Oil, πρατήρια Avin και Shell, πάροχος ηλεκτρικού και φυσικού αερίου NRG, επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας), τη ναυτιλία, τον τουρισμό, τον τραπεζικό τομέα (Optima Bank). Ελέγχει δύο από τους πέντε ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας (Star, Alpha).

Ναυαρχίδα του ομίλου, η Motor Oil Hellas – η οποία πήρε άδεια διυλιστηρίου το 1970 – παρουσίασε καθαρά κέρδη πάνω από 650 εκατ. ευρώ για το 2025, υπερδιπλάσια από την προηγούμενη χρονιά. Τα διυλιστήριά της στους Αγίους Θεοδώρους είναι μαζί με αυτά της Helleniq Energy (πρώην ΕΛΠΕ) τα μοναδικά στη χώρα.

Ο όμιλος αναπτύχθηκε τη δεκαετία του ’70, ενώ από τη δεκαετία του ’80 και για τέσσερις δεκαετίες κυριάρχησε στην οικονομική ζωή της χώρας με ισχυρή πολιτική επιρροή που φτάνει ώς τις μέρες μας. Με τις ρίζες της οικογένειας στην Κρήτη, ο όμιλος γιγαντώθηκε επί των ημερών του Βαρδή Βαρδινογιάννη, αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού (και εξόριστου επί Χούντας στην Αμοργό), ο οποίος πέθανε το 2024 σε ηλικία 94 ετών. Η σύζυγός του Μαριάννα Βαρδινογιάννη, η οποία πέθανε το 2023, ανέπτυξε σημαντικό φιλανθρωπικό έργο (όπως το ογκολογικό νοσοκομείο παίδων Ελπίδα). Σήμερα, στο τιμόνι του ομίλου βρίσκεται ο Γιάννης Βαρδινογιάννης (γεν. 1962), γνωστός και ως Τζίγγερ (Jigger), από το παρατσούκλι που απέκτησε στη νεότητά του ως ένας από τους πιο πετυχημένους Έλληνες οδηγούς αγώνων στην ιστορία. Η οικογένεια Βαρδινογιάννη από το 1979 έως το 2008 είχε στην ιδιοκτησία της την ποδοσφαιρική ομάδα του Παναθηναϊκού.

Motor Oil vs Helleniq Energy: δύο προμηθεύτριες, δύο διαφορετικοί στρατιωτικοί ρόλοι

Η Helleniq Energy (πρώην ΕΛΠΕ / Ελληνικά Πετρέλαια, εταιρεία υπό τον έλεγχο του ομίλου Λάτση και του ελληνικού Δημοσίου) είναι η δεύτερη ελληνική προμηθεύτρια του αμερικανικού στρατού με αναθέσεις από το 2010 μέχρι το 2025.

Αν και τα διαθέσιμα δεδομένα στο USASpending έχουν ελλείψεις, καθώς αφορούν αναθέσεις από προκηρύξεις στο πλαίσιο συγκεκριμένων αμερικανικών αμυντικών προγραμμάτων και πιθανόν όχι όλες τις συναλλαγές μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ για την προμήθεια καυσίμων, γίνεται σαφές ότι η Motor Oil και η Helleniq Energy καλύπτουν διαφορετικές ανάγκες του αμερικανικού στρατού. 

Η αξία των αναθέσεων των ΕΛΠΕ στο σύνολό της είναι κατά πολλές φορές μικρότερη από την αξία των αναθέσεων της Motor Oil. Τα ΕΛΠΕ έχουν 324 αναθέσεις συνολικής αξίας μόλις 12,6 εκατ. δολαρίων, με τις περισσότερες να κυμαίνονται σε λίγες χιλιάδες. Η Motor Oil, από την άλλη, με περίπου 618 αναθέσεις φτάνει τα 6,7 δισ. δολάρια, με κάθε ανάθεση να φτάνει από λίγες χιλιάδες έως και λίγα εκατομμύρια.

Γιάννης Βαρδινογιάννης. Πηγή: Motor Oil Hellas

Οι διαφορές στα ποσά των αναθέσεων φαίνεται αρχικά να σχετίζονται με τον τύπο καυσίμου που προμηθεύουν. Οι αναθέσεις των ΕΛΠΕ αφορούν κυρίως βενζίνη και πετρέλαιο ντίζελ, ενώ αυτές του ομίλου Motor Oil αφορούν κατά 55% καύσιμα πετρελαίου ντίζελ και βενζίνης, κατά 26% καύσιμα για μαχητικά αεροσκάφη, μεταγωγικά και αεροπλανοφόρα (AN-8, JA-1, JP-5, JP-8) και κατά 15% καύσιμα για πολεμικά πλοία (F-76, Marine Gas Oil, IFO 180, και IFO 380).

Σε παλιότερες αναθέσεις βρίσκουμε και την εταιρεία Aegean Marine Petroleum SA – συμφερόντων Δημήτρη Μελισσανίδη μέχρι το 2016 – με έξι αναθέσεις μέχρι το 2017 αξίας περίπου 3 εκατ. δολαρίων.

Ρωτήσαμε τις δύο εταιρείες για τις αναθέσεις τους από το υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ. Η Motor Oil δεν απάντησε στα ερωτήματά μας. Τα ΕΛΠΕ δεν επιβεβαίωσαν τα στοιχεία μας, καθώς η εταιρεία, σύμφωνα με την απάντησή της προς το Reporters United, «έχει ως πάγια πρακτική να μην αναφέρει λεπτομέρειες εμπορικών συμφωνιών για λόγους απορρήτου», παρότι τα στοιχεία προκύπτουν από μια ανοιχτή κρατική βάση δεδομένων. 

Η τόσο ισχυρή παρουσία όμως μιας ελληνικής εταιρείας στις συμβάσεις του αμερικανικού στρατού μάς γέννησε ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα: η προμήθεια καυσίμων από τη Motor Oil αφορά αποκλειστικά τη στρατιωτική βάση των ΗΠΑ στη Σούδα; 

1,7 δισ. γαλόνια στρατιωτικών καυσίμων από τους Αγίους Θεοδώρους

Το USAspending δεν προσφέρει πληροφορίες για ποσότητες ή προορισμούς καυσίμων. Γι’ αυτό ψάξαμε μία-μία τις κύριες συμβάσεις της Motor Oil στο Highergov.com, μια πλατφόρμα που συλλέγει δεδομένα από διάφορες κρατικές πηγές και συνδέει συμβάσεις με αντίστοιχες προκηρύξεις στο SAM.gov, τη «Διαύγεια» των ΗΠΑ.

Έτσι βρήκαμε 19 προκηρύξεις που φαίνεται να αφορούν 20 συμβάσεις της Motor Oil την τελευταία δεκαετία. Εκεί, ανάμεσα στα αμερικανικά κρατικά έγγραφα κάθε προκήρυξης, βρήκαμε τις τελικές προσφορές ανάθεσης (Minimum Cost Solution Bid Award Sheet – MCBAS), που καταγράφουν ποιοι προμηθευτές κέρδισαν στον μειοδοτικό διαγωνισμό για την παράδοση καυσίμων σε κάθε προορισμό.

Στιγμιότυπο από έγγραφο τελικής προσφοράς ανάθεσης όπου συμμετέχει η Motor Oil. Πηγή: SAM, αρχείο MCBAS

Η υπόθεσή μας επιβεβαιώθηκε. Η Motor Oil φαίνεται να έχει παραδώσει σχεδόν 1,7 δισ. γαλόνια στρατιωτικών καυσίμων σε 43 βάσεις και σημεία υποστήριξης του αμερικανικού στρατού σε όλον τον κόσμο, από την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή ώς την Ανατολική Αφρική, τον Ειρηνικό Ωκεανό και την Ανταρκτική. (Το ένα γαλόνι ισούται με 3,785 λίτρα.)

Μαζί με την ομάδα του Spoovio δημιουργήσαμε μια διαδραστική εφαρμογή που χαρτογραφεί όλες αυτές τις μεταφορές των στρατιωτικών καυσίμων της Motor Oil σε όλη την υδρόγειο. Πατώντας πάνω στα σημεία παράδοσης, όπως τα ορίσαμε πάνω στον χάρτη με βάση το όνομά τους, εμφανίζονται περισσότερες πληροφορίες για την κάθε μεταφορά και τον τύπο καυσίμου με τα αντίστοιχα έγγραφα και τις δημόσιες πηγές που τις τεκμηριώνουν.

Στα έγγραφα τελικών προσφορών των κρατικών συμβάσεων περιγράφεται με λεπτομέρεια η διανομή τους από σημείο σε σημείο. Μεταφέρονται στα σημεία παράδοσης των στρατιωτικών βάσεων είτε με τάνκερ από τα διυλιστήρια της Motor Oil είτε με έναν συνδυασμό τάνκερ, αγωγών και φορτηγών. Έχουν όμως πάντα την ίδια αφετηρία, τους Αγίους Θεοδώρους.

Πηγή: SAM, αρχείο MCBAS. Εικονογράφηση: Τζοάννα Πουπάκη / Spoovio

Ρωτήσαμε τη Motor Oil σχετικά με την ιδιοκτησία των τάνκερ που μεταφέρουν τα καύσιμα του αμερικανικού στρατού στο πλαίσιο των συμβάσεων με την ελληνική εταιρεία. Δεν πήραμε απάντηση.

Από το Ντιέγκο Γκαρσία μέχρι την Ανταρκτική: Οι 43 βάσεις των καυσίμων της Motor Oil

Οι μεταφορές καυσίμων προς τις 43 βάσεις του αμερικανικού στρατού πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο τριών μεγάλων προγραμμάτων ανεφοδιασμού: 

  • του AEM (Atlantic/Europe/Mediterranean Program), που καλύπτει τις ενεργειακές ανάγκες των βάσεων στον Ατλαντικό Ωκεανό, την Ευρώπη, τη Μεσόγειο και τμήμα της Αφρικής, 
  • του WESTPAC, που αφορά τις βάσεις στον δυτικό Ειρηνικό, και 
  • του Deep Freeze (Βαθύ Ψύχος), που υποστηρίζει ειδικές επιχειρήσεις στην Ανταρκτική.

Ναι, ακόμα και στην Ανταρκτική, σε μια ήπειρο όπου δεν υπάρχει κυριαρχία κρατών. Εκεί βρίσκεται η βάση Μακμέρντο (McMurdo), σε ειδικό καθεστώς στο πλαίσιο του  ανταρκτικού ερευνητικού προγράμματος των ΗΠΑ. Μια από τις μεταφορές καυσίμων στο Μακμέρντο περιγράφεται το 2001 ως μια «οδύσσεια» από «ένα από τα πιο ζεστά μέρη του πλανήτη σε ένα από τα πιο κρύα», σε μια ανακοίνωση της υπηρεσίας μεταφορών του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας. Το γιγάντιο τάνκερ Giannella, που κουβαλούσε 226.000 βαρέλια αεροπορικών καυσίμων, ξεκίνησε από τους Άγιους Θεοδώρους στα μέσα Δεκεμβρίου, πέρασε τη διώρυγα του Σουέζ, πήγε στην Αυστραλία, και τελικά έφτασε στα παγωμένα νερά της Ανταρκτικής. 

(Το ταξίδι του το 2001 από τους Αγίους Θεοδώρους αποκαλύπτει ότι οι συμβάσεις της Motor Oil από το υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ ξεκίνησαν νωρίτερα από την περίοδο για την οποία έχουμε διαθέσιμα δεδομένα.)

Ορισμένες από τις βάσεις και τα σημεία υποστήριξης τα οποία ο όμιλος Motor Oil έχει προμηθεύσει με καύσιμα την τελευταία δεκαετία, ή και το 2025, φαίνεται να έχουν εμπλοκή στον πόλεμο με το Ιράν είτε λόγω του ρόλου που παίζουν σε αυτόν υποστηρίζοντας τις αμερικανικές επιθέσεις είτε ως στόχοι των αντιποίνων της Τεχεράνης. 

Ενδεικτικά, αναφερόμαστε σε πέντε απ’ αυτές, με μεγάλη γεωγραφική διασπορά σε Βρετανία, Ελλάδα, Γερμανία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), αλλά και στον Ινδικό Ωκεανό. (Για την τεκμηρίωση δείτε το web app του Reporters United.)

Δορυφορική εικόνα, Ράμσταϊν. Πηγή: Google Earth.

Ραμστάιν, Γερμανία: Ως η μεγαλύτερη βάση των ΗΠΑ εκτός αμερικανικής επικράτειας, αποτελεί το κέντρο διοίκησης για την πολεμική αεροπορία των ΗΠΑ στην Ευρώπη (USAFE). Η αεροπορική βάση λειτουργεί ως κέντρο ελέγχου για επιχειρήσεις με ντρόουνς παγκοσμίως (και στη Μέση Ανατολή). 

Η γερμανική κυβέρνηση έχει επιτρέψει τη χρήση της αεροπορικής βάσης στο Ράμσταϊν από τις ΗΠΑ για τον συντονισμό επιθέσεων ντρόουν και πυραύλων κατά του Ιράν.

Την τελευταία δεκαετία η Motor Oil φαίνεται να έχει στείλει από τους Αγίους Θεοδώρους περίπου 110,5 εκατ. γαλόνια αεροπορικού καυσίμου JA-1 στη συγκεκριμένη βάση.

Δορυφορική εικόνα, Τζεμπέλ Αλί. Πηγή: Google Earth.

Σημείο υποστήριξης των ΗΠΑ, Τζεμπέλ Αλί, ΗΑΕ: Την 1η Μαρτίου του 2026 φαίνεται ότι συντρίμμια από αμυντικές αναχαιτίσεις των ΗΑΕ προκάλεσαν προβλήματα και φωτιές στο λιμάνι Τζεμπέλ Αλί (Jebel Ali), το βασικότερο λιμάνι υποστήριξης του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού στην περιοχή.

Η ανάλυσή μας αποκαλύπτει ότι στις αμερικανικές αποθήκες καυσίμου στο Τζεμπέλ Αλί έχουν σταλεί περίπου 7,9 εκατ. γαλόνια ναυτικών και αεροπορικών καυσίμων της Motor Oil το 2025.

Δορυφορική εικόνα, RAF Fairford. Πηγή: Google Earth.

RAF Fairford, Ηνωμένο Βασίλειο: Ως η κύρια βάση των βομβαρδιστικών της πολεμικής αεροπορίας των ΗΠΑ στην Ευρώπη (USAFE), βρίσκεται βορειοδυτικά του Λονδίνου, στην στρατιωτική βάση της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας (RAF) στο Φέρφορντ. 

Σύμφωνα με ρεπορτάζ του BBC, δύο βαριά βομβαρδιστικά της αμερικανικής πολεμικής αεροπορίας (B-52 και B-1) έχουν εντοπιστεί στον μακρύ διάδρομο προσγείωσης από την έναρξη των αμερικανικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή στις 28 Φεβρουαρίου. Εκπρόσωπος του υπουργείου Άμυνας εξήγησε ότι οι ΗΠΑ χρησιμοποιούσαν βρετανικές βάσεις «για συγκεκριμένες αμυντικές επιχειρήσεις, προκειμένου να αποτραπεί η εκτόξευση πυραύλων από το Ιράν στην περιοχή, που θέτει σε κίνδυνο βρετανικές ζωές».

Την περίοδο από το 2021 έως το 2025 η Motor Oil εμφανίζεται να έχει στείλει από τους Αγίους Θεοδώρους περίπου 151,9 εκατ. γαλόνια αεροπορικού καυσίμου JA-1 προς βάσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο. Περίπου 74 εκατ. γαλόνια έφτασαν στο RAF Λάκενχιθ (Lakenheath), σχεδόν 71,3 εκατ. γαλόνια στο RAF Μίλντενχολ (Mildenhall) και άλλα 6,6 εκατ. γαλόνια στο RAF Φέρφορντ (Fairford).

Δορυφορική εικόνα, Ντιέγκο Γκαρσία. Πηγή: Google Earth.

Ντιέγκο Γκαρσία, Ινδικός Ωκεανός: Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ και της Βρετανίας, στο μεγαλύτερο νησί των νησιών Τσάγκος. 

Η ιστορία του νησιού είναι σκοτεινή. Τη δεκαετία του 1960 η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επέβαλε την εκδίωξη σχεδόν 2.000 ντόπιων, των Τσαγκοσσίων, προκειμένου να παραχωρήσει τη βάση στις ΗΠΑ. Οι κάτοικοι στοιβάχτηκαν σε πλοία και εκτοπίστηκαν στον Μαυρίκιο, όπου και αργότερα ζούσαν σε άθλιες συνθήκες χωρίς βασικές υποδομές. 

Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, στις 20 Μαρτίου 2026 δύο πύραυλοι εκτοξεύθηκαν προς  το Ντιέγκο Γκαρσία. Το Ιράν αρνήθηκε την απόπειρα της συγκεκριμένης επίθεσης.

Η Motor Oil εμφανίζεται να έχει στείλει την τελευταία δεκαετία 49 εκατ. γαλόνια ναυτικών και αεροπορικών καυσίμων (F76, JP5, και RME) στις αποθήκες της στρατιωτικής βάσης, με 18,1 εκατ. γαλόνια μόνο το 2025.

Η ναυτική βάση στον Ινδικό Ωκεανό είναι μια από τις πιο σημαντικές βάσεις των ΗΠΑ παγκοσμίως. Από εκεί το 2024 και το 2025 οι ΗΠΑ και η Βρετανία πραγματοποίησαν αεροπορικές επιθέσεις εναντίον των Χούθι. Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, η βάση «έγινε κόμβος για επιχειρήσεις κατά της τρομοκρατίας». Οι ΗΠΑ διεξήγαγαν από εκεί βομβαρδιστικές επιχειρήσεις κατά του Ιράκ και του Αφγανιστάν.

Δορυφορική εικόνα, Σούδα. Πηγή: Google Earth.

Ναυτική βάση Σούδας, Κρήτη: Σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού, το αεροπλανοφόρο των ΗΠΑ «Gerald R. Ford» κατέπλευσε στη βάση της Σούδας στις 23 Μαρτίου 2026 για «αξιολόγηση, επισκευές και ανεφοδιασμό». Ακόμη, σε ρεπορτάζ της Καθημερινής αναφέρεται ότι το αεροπλανοφόρο των ΗΠΑ «συμμετείχε στις επιχειρήσεις των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή κατά του Ιράν». 

Στη Σούδα, στο διάστημα της τελευταίας δεκαετίας, έχουν σταλεί περίπου 451 εκατ. γαλόνια ναυτικών και αεροπορικών καυσίμων (F76 και JP5) από τα διυλιστήρια των Αγίων Θεοδώρων, μια ποσότητα που αντιστοιχεί στο 26,4% των συνολικών μεταφορών της Motor Oil για λογαριασμό του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας.

Ο όμιλος, ο πόλεμος και τα μίντια

Δεν αποτελεί έκπληξη ότι η Motor Oil προμηθεύει το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας, καθώς οι ΗΠΑ διαθέτουν την (πολύ σημαντική για τα συμφέροντά τους στην ευρύτερη Μεσόγειο) βάση της Σούδας. Κάποιος θα έπρεπε να κάνει τη δουλειά, και δεν θα ήταν περίεργο αυτή να ανατίθεται σε μία από τις δύο εταιρείες διύλισης της Ελλάδας. 

Άλλωστε, η θέση της Motor Oil ως προμηθεύτριας του αμερικανικού στρατού έχει αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια σε δύο πολύ ενδιαφέροντα ρεπορτάζ: 

  • Τον Νοέμβριο του 2023 η Washington Post αποκάλυψε πως πετρέλαιο που καταλήγει στο Πεντάγωνο μέσω Αγίων Θεοδώρων ενδεχομένως να προερχόταν από τη Ρωσία. Το ρεπορτάζ αναφερόταν σε φορτία πετρελαίου που ξεκινούν από ρωσικά λιμάνια, κατευθύνονται πρώτα στην Τουρκία και μετά καταλήγουν στους Αγίους Θεοδώρους, προσπερνώντας έτσι τις δυτικές κυρώσεις κατά του ρωσικού πετρελαίου.
  • Τον Αύγουστο του 2024 το 902.gr κατονόμασε σε αναλυτικό ρεπορτάζ του τη Motor Oil ως «σταθερή προμηθεύτρια καυσίμων για την Υπηρεσία Εφοδιασμού Άμυνας του αμερικανικού Πενταγώνου». 

Αυτό όμως που προξενεί έκπληξη είναι το μέγεθος των εσόδων της Motor Oil από το υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ και κατ’ επέκταση το εύρος της σχέσης τους, ακόμα και συγκριτικά με διεθνείς πετρελαϊκούς γίγαντες.

Κατάθεση του κ. Γιάννη Βαρδινογιάννη το 2016 στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής με θέμα τα δάνεια των ΜΜΕ.

Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος λόγος που καθιστά τη σχέση Motor Oil – κυβέρνησης ΗΠΑ σημαντική. Η σχέση του ομίλου Βαρδινογιάννη με τα ελληνικά μίντια και το βάρος του στην ενημέρωση των Ελλήνων και των Ελληνίδων. 

Ο όμιλος Βαρδινογιάννη ελέγχει δύο τηλεοπτικούς σταθμούς, το Star και τον Alpha – δηλαδή τους δύο από τους πέντε ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας της χώρας. 

Ως προς τον Alpha, ο έλεγχος ασκείται από την ίδια τη Motor Oil, η οποία μέσω των θυγατρικών της Nevine Holdings και Mediamax Holdings κατέχει το 50% της Alpha Δορυφορική Τηλεόραση ΑΕ (ιδιοκτήτριας εταιρείας του σταθμού).

Ως προς το Star, ο έλεγχος στο κανάλι είναι έμμεσος. Η οικογένεια, μέσω εξωχώριων εταιρειών και με πραγματικούς δικαιούχους διαφορετικά μέλη της, κατέχει λίγο παραπάνω από το 50% του σταθμού. Μεγαλύτερος μέτοχος είναι η Βαρδιάννα Βαρδινογιάννη (αδερφή του Γιάννη Βαρδινογιάννη και νεαρότερη κόρη του Βαρδή Βαρδινογιάννη) με συμμετοχή γύρω στο 45%.

(Πηγές: Ετήσια έκθεση MOH, 2024 και αρχείο «Μετοχική Σύνθεση Τηλεοπτικών Σταθμών Εθνικής Εμβέλειας», ΕΣΡ – ανακτήθηκε στις 24 Μαρτίου 2026.)

Πάντως, την ιδιοκτησία του Star έχει επιβεβαιώσει ο ίδιος ο κ. Βαρδινογιάννης σε κατά καιρούς δηλώσεις του, όπως στην κατάθεσή του στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής το 2016 για τα δάνεια των ΜΜΕ.

Τις μέρες που ετοιμάζαμε αυτό το ρεπορτάζ ανακοινώθηκε και μια νέα σύμπραξη: Οι επιχειρηματίες Γιάννης Βαρδινογιάννης (Star, Alpha), Βαγγέλης Μαρινάκης (Mega) και Θεόδωρος Κυριακού (Antenna) ανακοίνωσαν την από κοινού συμμετοχή εταιρειών συμφερόντων τους στη συνδρομητική πλατφόρμα Antenna+. Οι τρεις νέοι εταίροι θα συμμετέχουν με ίσα μερίδια – σχεδόν ίσα αφού η εταιρεία Βαρδινογιάννη θα έχει 0,1% παραπάνω (33,4%) έναντι του 33,3% των εταίρων του.

Τη σχέση του ομίλου Βαρδινογιάννη με τα ΜΜΕ είχε αναλύσει εκτενώς και το πρότζεκτ «Who owns the media» του Solomon εδώ.

Με άλλα λόγια, ο όμιλος Βαρδινογιάννη από τη μία αποτελεί μείζονα προμηθευτή του αμερικανικού στρατού και από την άλλη ελέγχει μεγάλο τμήμα της ιδιωτικής τηλεόρασης της χώρας.  

Και αν αυτή η συνθήκη σε κατάσταση ειρήνης θέτει θεωρητικά μόνο ζητήματα σύγκρουσης συμφέροντος, σε συνθήκες πολέμου οι επιπτώσεις που μπορεί να έχει στην ποιότητα της ενημέρωσης έχουν πολλή μεγαλύτερη σημασία.

Πώς εξασφαλίζεται η ανεξαρτησία και η ποιότητα της ενημέρωσης όταν καλύπτονται διεθνείς πολεμικές συγκρούσεις, όπως ο πόλεμος στο Ιράν, στον οποίο ο πελάτης της Motor Oil (οι ΗΠΑ) είναι ταυτόχρονα εμπόλεμος και μάλιστα επιτιθέμενος; Ιδίως από τη στιγμή που οι δύο τηλεοπτικοί σταθμοί δεν ενημερώνουν το κοινό σχετικά με τη θέση του ιδιοκτήτη τους ως προμηθευτή του αμερικανικού στρατού.

Και γι’ αυτά τα ζητήματα ρωτήσαμε τη Motor Oil, αλλά δεν πήραμε απάντηση. 

Το ευρύτερο πρόβλημα στην ποιότητα ενημέρωσης του ελληνικού κοινού μεγεθύνεται ακόμα περισσότερο αν κανείς λάβει υπόψη ότι ένας άλλος τηλεοπτικός σταθμός, ο Antenna, συνδέεται μετοχικά με ένα άλλο κράτος που έχει άμεση εμπλοκή στον πόλεμο: τη Σαουδική Αραβία. Στο μετοχικό κεφάλαιο του Antenna Ελλάδας συμμετέχει από το 2022, με 30%, το MBC Group. Πρόκειται για όμιλο μέσων ενημέρωσης της Μέσης Ανατολής που ελέγχεται από το κρατικό επενδυτικό ταμείο της Σαουδικής Αραβίας.

Αφήστε μια απάντηση