Διάλογος με το ΕΜΠ – έστω και μέσω εξωδίκου

Με εξώδικο απάντησε το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο στο ρεπορτάζ μας για τις κάμερες, χαρακτηρίζοντάς το αναληθές και αβάσιμο. Το δημοσιεύουμε φυσικά αυτούσιο, μαζί με την απάντηση του Homo Digitalis που αντικρούει τα επιχειρήματα του ΕΜΠ. Τα νέα ευρήματα και οι απαντήσεις που λάβαμε στο μεταξύ από το υπουργείο Παιδείας, την Ελληνική Αστυνομία και την Αρχή Προστασίας Δεδομένων επιβεβαιώνουν τα θεσμικά κενά.

Εικονογράφηση: Τζοάννα Πουπάκη / Spoovio
4 Μαρτίου 2026
Διάλογος με το ΕΜΠ – έστω και μέσω εξωδίκου
Εικονογράφηση: Τζοάννα Πουπάκη / Spoovio
4 Μαρτίου 2026

Editor: Χριστόφορος Κάσδαγλης

Στις 19 Δεκεμβρίου 2025 το Reporters United δημοσίευσε ρεπορτάζ με τίτλο «Παρανομεί το Πολυτεχνείο με τις κάμερες!», μετά από πολύμηνη έρευνα σε συνεργασία με το Vouliwatch, οργάνωση που προασπίζεται τη διαφάνεια και τη λογοδοσία, και το Homo Digitalis, που ειδικεύεται σε ζητήματα προστασίας ψηφιακών προσωπικών δεδομένων. 

Στηρίξτε την ανεξάρτητη δημοσιογραφία του Reporters United εδώ.

Το ρεπορτάζ παρουσίαζε πώς το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ) έχει βασίσει τη λειτουργία των καμερών του σε έναν νόμο μετέωρο (ν. 4957/2022), αρνούμενο την πρόσβαση των οργανώσεων σε έγγραφα που τεκμηριώνουν τη νομιμότητα της παρακολούθησης. Επιπλέον, παραβιάζει συστηματικά τον Γενικό Κανονισμό για τα Προσωπικά Δεδομένα (ΓΚΠΔ), αγνοώντας το νόμιμο δικαίωμα φοιτητ(ρι)ών και εργαζομένων στην ενημέρωση για τους όρους επεξεργασίας των δεδομένων τους, αλλά και δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του για διαφάνεια και λογοδοσία.

Δύο μήνες αργότερα, στις 12 Φεβρουαρίου, το ΕΜΠ απέστειλε εξώδικο προς τη συντάκτρια του ρεπορτάζ υπογεγραμμένο από τον πρύτανη κ. Ιωάννη Χατζηγεωργίου, χαρακτηρίζοντας τον τίτλο του «συκοφαντικό», το περιεχόμενο «αναληθές, ανακριβές, εσφαλμένο και αβάσιμο» και την έρευνα «μεροληπτική και αναξιόπιστη». Μέσω των 10 σχολίων του επιχειρεί να αποδείξει ότι «το νομοθετικό πλαίσιο (εθνικό και ευρωπαϊκό) […] τηρ[είται] απαρέγκλιτα» και ζήτησε το εξώδικο να δημοσιευθεί. 

Διαβάστε το εξώδικο του ΕΜΠ προς το Reporters United εδώ.

Το μόνο πραγματικά καινούργιο που διαβάσαμε στο εξώδικο, και οπωσδήποτε θετικό, είναι ότι το Πολυτεχνείο δεσμεύεται ότι δεν χρησιμοποιούνται τεχνολογίες αναγνώρισης προσώπων ή αυτοματοποιημένης ταυτοποίησης και ότι δεν καταγράφεται ήχος. 

Κατά τα άλλα, το εξώδικο επιχειρεί νομικές ακροβασίες αποφεύγοντας την ουσία του θέματος, που είναι το κατά πόσον οι κάμερες λειτουργούν νόμιμα ή όχι. Συνδυαζόμενο δε με τις απαντήσεις που λάβαμε στο μεταξύ από υπουργείο Παιδείας, Ελληνική Αστυνομία και Αρχή Προστασίας Δεδομένων, αναδεικνύει βαθύτερα θεσμικά κενά που υπερβαίνουν το ίδρυμα και αγγίζουν την κυβερνητική πυραμίδα.

Σύγχυση των αρχών για τη νομιμότητα των καμερών

Στο προηγούμενο ρεπορτάζ αναδείξαμε ότι η νομική βάση της παρακολούθησης δεν ευσταθεί. Το ΕΜΠ, μέσω του εξωδίκου του, το αρνείται λέγοντας ότι είναι «απολύτως αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι δήθεν το Ίδρυμά μας επικαλείται δήθεν “απαγορευμένο” νομικό έρεισμα» και παραθέτει ως νομική βάση τον ν. 4624/2019. Μια ματιά στο πρόσφατο παρελθόν όμως δείχνει ότι εδώ και σχεδόν έναν χρόνο από τότε που έχουν εγκατασταθεί οι κάμερες, το ΕΜΠ έχει αλλάξει γνώμη για το νομικό έρεισμα της παρακολούθησης τουλάχιστον δύο φορές και έχει επικαλεστεί τέσσερις διαφορετικούς νόμους και διατάξεις (ν. 4957/2022, ν. 4624/2019, ΠΔ 75/2020 και ΓΚΠΔ). 

«Γίνεται αναφορά σε πολλά και διαφορετικά νομικά πλαίσια, χωρίς όμως να αποσαφηνίζεται ρητά ποια είναι η συγκεκριμένη νομική βάση της επεξεργασίας», εξηγεί ο Λευτέρης Χελιουδάκης, δικηγόρος και εκτελεστικός διευθυντής του Homo Digitalis. Αυτό, πέρα από το ότι δημιουργεί σύγχυση και κινεί υποψίες, είναι από μόνο του παράτυπο, καθώς «[η] επιλογή της νοµικής βάσης επεξεργασίας των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να λαµβάνει χώρα προ της έναρξης της επεξεργασίας», σύμφωνα με την απόφαση 26/2019 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων (ΑΠΔ).

Στην αρχή, το ΕΜΠ επικαλούταν μέσω της ιστοσελίδας του και των απαντήσεών του προς το Reporters United το έννομο συμφέρον του άρθρου 6 παρ. 1. περ. στ του ΓΚΠΔ (που όμως απαγορεύεται να χρησιμοποιείται από δημόσιες αρχές) και τον ν. 4957/2022, τον μοναδικό νόμο που αφορά συγκεκριμένα κάμερες στα ΑΕΙ. Αυτός ο νόμος όμως ρητά προβλέπει (άρθρο 435 παρ. 5) την έκδοση ενός προεδρικού διατάγματος (ΠΔ) που θα καθορίζει τους όρους επεξεργασίας των δεδομένων. Χωρίς αυτό, ο νόμος δεν μπορεί να εφαρμοστεί. 

Απαντώντας στα σχετικά ερωτήματά μας, το υπουργείο Παιδείας παραδέχτηκε ότι δεν έχει εκδοθεί το ΠΔ, αλλά υποστήριξε το Πολυτεχνείο δηλώνοντας ότι «δεν τίθεται ζήτημα νομιμότητας». Υπουργείο και Πολυτεχνείο παραπέμπουν σε ένα άλλο Προεδρικό Διάταγμα (ΠΔ 75/2020), το οποίο καθιστά στην Ελληνική Αστυνομία συνυπεύθυνη της επεξεργασίας. 

Η ΕΛΑΣ όμως τους διαψεύδει: «Έως την 02/01/2026 η Υπηρεσία δεν έχει εκδώσει Άδεια Εγκατάστασης σταθερού συστήματος επιτήρησης με τη χρήση εικόνας ή και ήχου (του ΠΔ 75/2020) για δημόσιους χώρους στην περιοχή του ΕΜΠ», απάντησε στα ερωτήματα του Homo Digitalis.

Μέσα σε ένα χρόνο, το ΕΜΠ έχει αλλάξει γνώμη δύο φορές ως προς το νομικό πλαίσιο που νομιμοποιεί τις κάμερες.

Η ανεξάρτητη Αρχή Προστασίας Δεδομένων (ΑΠΔ) είναι ο πλέον αρμόδιος φορέας για να γνωμοδοτήσει σχετικά με τη νομιμότητα της βιντεοεπιτήρησης. Γι’ αυτό και στις 16 Σεπτεμβρίου 2025 Homo Digitalis, Vouliwatch και Reporters United καταθέσαμε κοινό αίτημα για την υπόθεση των καμερών προς την ΑΠΔ. Τότε η ΑΠΔ μάς είχε απαντήσει ότι «εξετάζει το αν και σε ποιο βαθμό θα ερευνήσει [την υπόθεση] αυτεπάγγελτα». 

Πέντε μήνες μετά η ΑΠΔ δήλωσε στο Reporters United ότι ακόμα «εξετάζεται το αν θα ερευνηθεί αυτεπάγγελτα η συγκεκριμένη υπόθεση». Στο μεταξύ, μας ενημέρωσε ότι «έχει έρθει σε επικοινωνία – συνεργασία με την Υπεύθυνη Προστασίας Δεδομένων του ΕΜΠ σχετικά με τη συμμόρφωση της χρήσης των εν λόγω καμερών με τη νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα», αλλά αρνήθηκε να σχολιάσει οτιδήποτε σχετικό με τη νομιμότητα της παρακολούθησης, γιατί η υπόθεση είναι «ανοιχτή». 

Υπενθυμίζουμε ότι τα υποκείμενα των δεδομένων (φοιτητές/τριες, εργαζόμενοι/ες και περαστικοί/ες) μπορούν να προσφύγουν στην ΑΠΔ ενισχύοντας τις πιθανότητες να κινηθεί αυτεπάγγελτη έρευνα. 

Διαβάστε τη γραπτή τοποθέτηση – απάντηση του Homo Digitalis στο εξώδικο του ΕΜΠ, όπου εξηγείται αναλυτικά η αδυναμία του νομικού ερείσματος της παρακολούθησης. 

Μένουν στο δέντρο και χάνουν το δάσος

Όταν το ΕΜΠ τοποθέτησε τις κάμερες στο συγκρότημα Πατησίων δεν υπήρχαν πουθενά ενημερωτικές πινακίδες. Σταδιακά, και ύστερα από αλλεπάλληλα ερωτήματα και πιέσεις του ρεπορτάζ, τοποθετήθηκαν κάποιες περιορισμένες πινακίδες χωρίς ποτέ να είναι αρκετές σε πλήθος ή σε παρεχόμενη πληροφορία, ώστε το υποκείμενο που καταγράφεται να ενημερώνεται επαρκώς. Στο εξώδικο δικαιολογεί την έλλειψη λέγοντας ότι δεν έχει υποχρέωση να αναρτά πινακίδες κάτω από κάθε κάμερα, επικαλούμενο τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μέσω βιντεοσυσκευών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EDPB Guidelines 3/2019). 

Αυτό είναι μια τυπική αλήθεια που προσπερνάει το πνεύμα του νόμου, σύμφωνα με το οποίο στόχος των πινακίδων είναι το άτομο «να μπορεί να εκτιμήσει ποια περιοχή υπόκειται σε παρακολούθηση από κάμερα ώστε να αποφύγει την επιτήρηση ή να προσαρμόσει τη συμπεριφορά του», εξηγεί ο Λευτέρης Χελιουδάκης από το Homo Digitalis.

Ας δώσουμε ένα παράδειγμα, ώστε να γίνει κατανοητή η απουσία ουσιαστικής ενημέρωσης: Αν τον Σεπτέμβριο (πριν καταστραφούν οι κάμερες από αγνώστους και πριν δημοσιευθεί το ρεπορτάζ μας) κάποιο άτομο εισερχόταν στο συγκρότημα Πατησίων από την ιστορική πύλη επί της οδού Πατησίων και διέσχιζε ολόκληρο το προαύλιο, περίπου 280 μέτρα, μέχρι την είσοδο στο κτίριο Μπουμπουλίνας που βρίσκεται αντιδιαμετρικά στο συγκρότημα, θα έχει καταγραφεί από περίπου 10 (!) κάμερες χωρίς να έχει στο μεταξύ συναντήσει ούτε μια ενημερωτική πινακίδα. 

Από τον Μάρτιο του 2025, όταν τοποθετήθηκαν οι κάμερες περιμετρικά του συγκροτήματος Πατησίων, και από τον Αύγουστο του 2025 όταν προστέθηκαν εκείνες του προαυλίου, και σίγουρα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2025, η σήμανση ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. 

Μια ακόμα θετική εξέλιξη μετά τη δημοσίευση του ρεπορτάζ ήταν ότι το ΕΜΠ ανανέωσε (για δεύτερη φορά) την ιστοσελίδα του, δημοσιοποιώντας σημαντικές πληροφορίες, όπως το ότι τα δεδομένα διαγράφονται χωρίς δυνατότητα ανάκτησης μετά από 15 ημέρες, ότι μέχρι τότε διατηρούνται σε κλειδωμένο σέρβερ του Ιδρύματος με εφαρμογή συγκεκριμένης διαδικασίας ξεκλειδώματος μόνο από αρμόδια στελέχη και όχι από εξωτερικές εταιρείες και ότι η επιτήρηση επεκτάθηκε στις πύλες εισόδου της Πολυτεχνειούπολης Ζωγράφου, πέραν του κτιρίου Διοίκησης και του Συγκροτήματος Πατησίων που ώς τώρα γνωρίζαμε.

Επί εννέα μήνες μετά την τοποθέτηση των καμερών, η ιστοσελίδα του ΕΜΠ είτε απέκρυπτε τη βιντεοεπιτήρηση είτε παρείχε ελλιπείς πληροφορίες. Μόνο μετά τη δημοσίευση του ρεπορτάζ μας, και πριν μας στείλει το εξώδικο, το ΕΜΠ ενημέρωσε την ιστοσελίδα του με πληρότητα.

Καλωσορίζουμε την έστω και υπό την πίεση της δημοσιογραφικής έρευνας δημοσιοποίηση των στοιχείων. Θα ήταν προτιμότερο όμως η διαφάνεια να έχει εξασφαλιστεί νωρίτερα, χωρίς εξώδικα ή, ακόμη καλύτερα, μέσω έγκαιρων απαντήσεων στα ερωτήματα που είχαν τεθεί τόσο στην πρυτανεία όσο και στην υπεύθυνη προστασίας δεδομένων (DPO). Το ΕΜΠ στο εξώδικό του διαβεβαιώνει ότι η DPO «ασχολείται ειδικώς με την παροχή διευκρινίσεων για κάθε θέμα προστασίας δεδομένων που τίθεται υπόψη της […] και από τα ίδια τα υποκείμενα δεδομένων». Ωστόσο, υπενθυμίζεται ότι ουδέποτε απάντησε σε φοιτητές/τριες και εργαζόμενους/ες όταν κατέθεσαν επίσημο αίτημα ενημέρωσης (στις 19 Μαΐου και 2 Ιουνίου 2025 αντίστοιχα), παραβιάζοντας τον νόμο και τον λόγο του. 

Όσες φορές κι αν ερωτήθηκε το ΕΜΠ, τόσο από δημοσιογράφους και οργανώσεις όσο και από την ίδια την κοινότητά του, είτε απέφυγε να δώσει ουσιαστικές απαντήσεις είτε δεν απάντησε καθόλου.

Τέλος, κάθε φορέας που εκτελεί παρακολούθηση πρέπει τουλάχιστον να προσπαθεί να πείσει τους/τις θιγόμενους/ες ως προς τις αγαθές προθέσεις του και ως προς την ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων. Πολύ περισσότερο όταν ο φορέας είναι ένα ακαδημαϊκό ίδρυμα και οι εν δυνάμει θιγόμενοι/ες είναι πρωτίστως τα μέλη της κοινότητάς του. Γι’ αυτό ως οργανώσεις ζητήσαμε πρόσβαση στη Μελέτη Εκτίμησης Αντικτύπου, που περιγράφει τα ρίσκα της βιντεοεπιτήρησης και πώς αυτά θα περιοριστούν. 

Στις απαντήσεις του και στο εξώδικό του το ΕΜΠ αρνήθηκε εκ νέου να δημοσιοποιήσει τη μελέτη, προτάσσοντας ότι αποτελεί μέρος του «εμπιστευτικού χαρακτήρα» Σχεδίου Ασφαλείας, το οποίο εξαιρείται της δημοσίευσης. Ισχυρίστηκε ότι «η απόφαση για την εγκατάσταση του συστήματος […] έχει αποσταλεί […] στο Υπουργείο Παιδείας […] και στον αρμόδιο κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών», πετώντας το μπαλάκι σ’ εκείνους.

«Υπάρχουν δημόσιοι φορείς που από μόνοι τους δημοσιεύουν [τη μελέτη] ενώ δεν έχουν υποχρέωση, όπως έπραξε το υπουργείο Μετανάστευσης στην υπόθεση των δικών του συστημάτων βιντεοεπιτήρησης στις δομές», λέει ο κ. Χελιουδάκης. Επίσης, υπάρχουν και άλλοι τρόποι να κατευνάσει το ΕΜΠ τις ανησυχίες, «θα μπορούσε ας πούμε να παρέχει τουλάχιστον τη δυνατότητα μελέτης του εγγράφου στο κατάστημα της υπηρεσίας, χωρίς παραχώρηση αντιγράφου».

Αφήστε μια απάντηση